Ρωμυλιά εν Αίμω

Η έλξη μεταξύ εμού και Βαλκανικών χωρών έχει ξεπεράσει τα όρια του απόλυτου πάθους. Αυτή η έλξη δεν είναι προσωπική μου και μόνο, την μοιράζονται πολλοί ταξιδιώτες που είχαν κι΄αυτοί την ευτυχία να ζήσουν και να απορροφήσουν τα όσα έχει να δώσει η Βαλκανική χερσόνησος. Όταν γκρεμίστηκε το Σιδηρούν παραπέτασμα με την διαφάνεια του Γκορμπατσόφ, οι χώρες αυτές αναδύθηκαν από τα μουντό και απρόσιτο τους χωροχρόνο όπως και η θεά Αφροδίτη απ΄τα κύματα της θάλασσας... έκτοτε οι ταξιδευτές όρμηξαν να εξερευνήσουν τις χώρες αυτές και επιστρέφοντας όλοι μιλούσαν με διθυραμβικά σχόλια.

Η Ρωμυλιά ή Ρούμελη είναι η επίσημη ονομασία που έδωσαν οι «καλοί» μας Οθωμανοί στην Βυζαντινή αυτή επαρχία που ξεκινούσε από Βουλγαρία μέχρι Αλβανία συμπεριλαμβανομένης και Ελλάδας. Η λέξη Ρωμυλιά κτητική στα Οθωμανικά, η χώρα των Ρωμαίων στην ακρίβεια αλλά η σημασίας της εννοούσε οι χώρες που κατάκτησαν από τους Βυζαντινούς. Στα σκαριά της η Ρωμυλιά κατείχε στην γεωγραφική της έκταση την Θράκη, Μακεδονία, Μοισία μέχρι τον Βόσπορο. Οι ποταμοί Σάβα και Δούναβης ήταν το βόρειο της σύνορο, η Αδριατική θάλασσα το δυτικό και ο Μοριάς (Πελοπόννησος) στα νότια. Η διοικητή περιφέρεια της Ρωμυλιάς ουσιαστικά ιδρύθηκε μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης μέχρι το τέλος των Οθωμανών με ανώτερο άρχοντα της περιοχής τον Αρχίμπεη και με διοικητική πρωτεύουσα πρώτα τα Σόφια μέχρι το 1836 όπου μετά πρωτεύουσα χρίστηκε η πόλη Μοναστήρι, σημερινή πόλη Bitola στην χώρα των Σκοπίων.

Τα Βαλκάνια ονομάζονται και Χερσόνησος του Αίμου, εδώ όπως πάντα η Ελληνική μυθολογία εισέρχεται και λέει ότι από το αίμα του τιτάνα Τυφώνα που του έριξε ο καλός μας Δίας κεραυνό, δόθηκε το όνομα Αίμος. H οροσειρά Αίμος είναι υπαρκτή, βρίσκεται βόρεια της Ροδόπης και καλύπτει την βόρεια πλευρά της τωρινής Βουλγαρίας με ψηλότερη κορυφή το Μπότεφ στα 2,376 μέτρα. Τα όρη αυτά ξεκινούν από τις Σιδηρές Πύλες του Δούναβη μέχρι τα παράλια της Μαύρης θάλασσας.

Άσε τους μεγάλους δρόμους και πάρε τα στενά... είπε ο Πυθαγόρας, αλληγορικό μεν αλλά το παίρνω κυριολεκτικά και πάντα αυτό ακολουθώ, έτσι, το μικρό αυτό οδοιπορικό αφετηρία έχει τα Τίρανα, Ιλλυρικά παράλια, κατεβαίνει τελείως νότια μέχρι Άγιους Σαράντα συμπεριλαμβανομένων ιστορικών Ελληνικών επαρχιών της βόρειας Ηπείρου, και προχωρά στα ενδότερα διαμέσου ορών Σκάδρος στα Σκόπια, κεντρική Βουλγαρία και με τελικό προορισμό την πόλη του Κάσσανδρου, πρωτεύουσα της Μακεδονίας... Θεσσαλονίκη.

 

 

 _______________________________________

 

 

Κανένα ταξίδι δεν εγγυάται ούτε τον προορισμό ούτε την επιστροφή. Το μόνο σίγουρο είναι ότι κάποτε θα τελειώσει και στο χέρι σου είναι να απολαύσεις τη διαδρομή... και μ΄αυτό το γνωμικό επίσης στο νου, όταν γερνάει το πλάσμα αυτά παθαίνει και τα βλέπει όλα σαν ποίηση, ξεκινώ μέσα στην καρδιά του Φθινοπώρου από Τίρανα προς Δυρράχιο με αρκετό κρύο να με διαπερνά παντού καθώς το πρωινό είναι νωρίς ακόμα, τέλη Οκτωβρίου συγκεκριμένα με βρίσκει πλήρες φορτωμένο να κάνω τα 35 περίπου χιλιόμετρα προς Επίδαμνο ή ως γνωστό, το Δυρράχιο (Durres). Προορισμοί μου επί Αλβανικού εδάφους είναι οι Ελληνικές αρχαίες πόλεις στις Ιλλυρικές/Δαλματικές ακτές και να οδηγήσω ανάμεσα στην δοξασμένη επαρχία της βόρειας Ηπείρου, εδώ όπου ζουν ακόμα μικρές ξεχασμένες Ελληνικές μειονότητες που «αντάλλαξε» / «άφησε» ο Ελευθέριος Βενιζέλος στις αρχές του 20ου αιώνα.

Η διαδρομή δεν έχει τίποτα να δώσει, απολύτως τίποτα. Οι 4 λωρίδες της οδού όπου οι Αλβανοί αρέσκονται να τον ονομάζουν autostrada, καμιά σχέση με αυτοκινητόδρομο άσε που κρύβουν και κινδύνους αρκετούς, μια οι Αλβανοί που οδηγούν νομίζοντας ότι κανείς άλλος στον δρόμο, είσοδοι και έξοδοι από παντού χωρίς σήμανση και χωρίς προστατευτικό στις άκριες του δρόμου ώστε ζώα είναι πολύ εύκολο να μπουν, χωματόδρομοι να μπαίνουν στον δρόμο, καταλαβαίνετε ότι τα μάτια μου ήταν καρφωμένα στον δρόμο και με ταχύτητες κάτω από 100 χλμ/ω. Κοντεύοντας Δυρράχιο μια θαλασσινή αύρα με καθαρά αίσθηση αλμύρας μου έρχεται κατάμουτρα και επίσης μυρωδιά από βότανα,  αναζωογονητική ήτανε αυτή η δόση φρεσκάδας που πήρα έτσι στο αναπάντεχο και στο δωρεάν.

Μπαίνοντας στην πόλη το κλασσικό μπάχαλο αυτοκινήτων και ανθρώπων, ακολουθώ τις οδηγίες του GPS για το πρώτο που θα έβλεπα. Το μπάχαλο συνεχίζεται χωρίς σταματημό και δεν πολύ αργεί να φτάσω στα αρχαία Ρωμαϊκά λουτρά που βρίσκονται σε κεντρικό δρόμο. Σταματάω στο πεζοδρόμιο δίπλα ακριβώς από τον χώρο, ένα μεγάλο οικόπεδο περιφραγμένο είναι τα απομεινάρια του χώρου. 5-6 κολώνες και κάτι απλοϊκά πατώματα χωρίς διακόσμηση είναι όλο κι΄όλο. Ένας τσιγγάνος παίζει κλαρίνο εκεί και ένας ξιδόντας γεροντάκος που δεν πρέπει να τα έχει 400 αρχίζει να μου μιλά ιταλικά. Με τον πρώτο ξεμπερδεύω γρήγορα δίνοντας του κάτι ψιλά αλλά ο ξιδόντας, συγγνώμη είχε 2 δόντια – 1 σε κάθε ημισφαίριο της στοματικής του κοιλότητας, δεν μου δίνει ανάσα. Βγάζω φώτο, ενημερώνω το LiveTripTraveller και την κάνω άμεσα μπας και ησυχάσω από τον καημένο γέροντα που μάλλον νόμιζε ότι μιλούσε με τον Μουσολίνι, τόσο γερασμένος δείχνω λέτε? Μπροστά μου μια συμπαθητική πλατεία με σιντριβάνι δαπέδου και με το δημαρχείο της πόλης να δεσπόζει. Σε μόλις 200 μέτρα δεξιά για αρχαίο αμφιθέατρο της πόλης, πληρώνω 1.5 ευρώ και μπαίνω. Μικρός χώρος και το μόνο που αξίζει είναι οι υπόγειες στοές.

Το αμφιθέατρο κτίστηκε την εποχή του αυτοκράτορα Τραϊανού τον 2ο αιώνα μ.Χ. Ανακαλύφθηκε το 1966 και έκτοτε γίνονται προσπάθειες για πλήρες αποκατάσταση και συντήρηση. Καταστράφηκε από διάφορους σεισμούς και οι Οθωμανοί το έθαψαν μέχρι την ανακάλυψη του. Το αμφιθέατρο χρησιμοποιήθηκε για εκδηλώσεις μέχρι τον 5ο αιώνα μ.Χ., και επί Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, όπου ανήκε, μετά την υιοθέτηση του Χριστιανισμού ως επίσημης θρησκείας.

Το περπατώ λιγάκι, βγάζω τις φώτο μου και επειδή δεν υπάρχει κάτι άλλο να κάνω εδώ, φεύγω. Οδεύω προς παραλία, Βυζαντινά τείχη περιτριγυρίζουν το εδώ κομμάτι της αρχαίας πόλης σε συνδυασμό με Ενετικά οχυρά δίνοντας μια άλλη αίγλη όπως επίσης τονίζει και το ιστορικό υπόβαθρο της πόλης.

Αν και τα σωζόμενα ερείπια ελάχιστα, η πόλη ιδρύθηκε με το όνομα Επίδαμνος το 627 π.Χ. από Κερκυραίους αποικιστές και λίγους Κορίνθιους. Η γεωγραφική της θέση πολύ προνομιακή καθώς διέθετε φυσικό βραχώδες λιμάνι το οποίο περιστοιχιζόταν από έλη και ψηλά απότομα βράχια καθιστώντας την ασφαλή. Η Επίδαμνος ήταν γνωστή ως μια πολιτικά ανεπτυγμένη κοινωνία κάνωντας τον μεγάλο φιλόσοφο Αριστοτέλη να επαινέσει το πολιτικό της σύστημα, τον έλεγχο εμπορίου μεταξύ Ελλήνων και αποίκων του τοπικού πληθυσμού. Κόρινθος και Κέρκυρα φιλονικούσαν για το ποιά θα είναι η μητρόπολης της πόλης με αποτέλεσμα να επισπεύσουν τον Πελοποννησιακό πόλεμο το 431 π.Χ. Όταν οι Ιλλυρικοί πόλεμοι με την Ρωμαϊκή δημοκρατία το 229 π.Χ. έληξαν με ήττα των Ιλλύριων, η πόλη πέρασε στα χέρια των Ρωμαίων και η πόλη αναπτύχθηκε σαν σημαντική  στρατιωτική και ναυτική βάση. Οι Ρωμαίοι την μετονόμασαν Dyrrachium από το Ελληνικό Δυρράχιο.

Μπαίνω στην παραλία, πεζόδρομος, πολλά καφέ/εστιατόρια που γεμίζουν απ΄άκρη σε άκρη αυτό το παραλιακό κομμάτι της πόλης. Βαλμένα όλα ωραία και ησυχία επικρατεί παντού, είμαι σίγουρος κατακαλόκαιρα εδώ θα γινόταν χαμός. Την αράζω για καφεδάκι με φόντο την Αδριατική θάλασσα και φυσικά τον τιγράκο μου. Ρουφώ το καλοφτιαγμένο μου Latte με αρκετή δόση Αδριατικής θέας και με την μοναξιά μου στον χώρο, αγναντεύω την απόλαυση της στιγμής.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Αυτό κράτησε λίγο, καβαλάω και φεύγω. Μπαίνω στην Εγνατία οδό, απ΄εδώ αρχίζει η αρχαία αυτή οδός που καταλήγει Κωνσταντινούπολη, ένωνε το αρχαίο λιμάνι της πόλης εδώ μέχρι το ανατολικότερο σημείο της Ευρωπαϊκής επικράτειας της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Στη  μικρή μου γύρα είδα και 3 χριστιανικές εκκλησιές ανάμεσα στα τόσα τζαμιά και μάλιστα σε πολύ καλή κατάσταση που δείχνει ότι οι εκκλησιές αυτές λειτουργούν, υπάρχουν και εδώ χριστιανοί... άρα θα την βγάλω ζωντανός χαχα. Γενικά η πόλη έχει να δείξει και αν υπάρχει χρόνος υπάρχουν χώροι και τόποι για το περίεργο μάτι. Η Εγνατία και Αδριατική οδός με βγάζουν έξω απ΄την πόλη προς Αυλώνα όπως λέει η σχεδιασμένη μου διαδρομή προς ελληνόφωνη Αλβανία, ιστορικά μονοπάτια με καρτερούν. Το πρωινό κρύο αρχίζει να φεύγει, η θερμοκρασία ανέβηκε τουλάχιστον 4-5 βαθμούς, η διαδρομή δεν λέει τίποτα, άχαρο τοπίο με μικρές βιομηχανικές περιοχές, σπίτια, μαγαζιά, εστιατόρια, καφέ διάσπαρτα παντού στην διαδρομή συνοδευμένα με μυρωδιές από μπόχα, καυσαέριο, φυτοφάρμακα και ότι άλλο σκεφτείς. Αυτό το σκηνικό μέχρι πόλη Fier, μια κλασσική Αλβανική πόλη με κίνηση και μποτιλιαρίσματα. Εγώ βγαίνω παραπλεύρως για να αποφύγω το κέντρο και άμεσα να καλύψω τα 12 χλμ για αρχαία Απολλώνια, ψιλοχάνομαι γιατί ακολούθησα ταμπέλες και όχι το GPS  αλλά σύντομα έφτασα. Η πόλη βρίσκετε πάνω σ΄ένα ψηλό πράσινο λόφο με θέα απλόχερη. Παρκάρω δίπλα από φρουρό, τον κερνάω τσιγάρο για να μου προσέχει όλα όσα άφησα στην μηχανή και μπαίνω. Μικρός ο χώρος αλλά αυτά που βλέπω πολύ όμορφα, ειδικότερα το αέτωμα πάνω στην πύλη της πόλης, απλά υπέροχο.

20181003_113646.jpg
20181003_113821.jpg
20181003_114932.jpg

Η Απολλώνια Ιλλυρική ήταν αποικία των Κορινθίων κοντά στους ποταμούς Αώο και Άψο όπως λέει ο Στράβωνας. Ιδρύθηκε τον 6ο αιώνα π.Χ. από Κορίνθιους και Κερκυραίους. Το πολίτευμα της ολιγαρχικό και επαινείται από τον Αριστοτέλη. Το 312 π.Χ. οι κάτοικοι της απέκρουσαν με επιτυχία την στρατιά του Κάσσανδρου και αργότερα συμμάχησαν με τον βασιλειά της Ηπείρου, Πύρρο Α΄. Το 229 π.Χ. η πόλη υποτάχθηκε στην Ρωμαϊκή αυτοκρατορία και επικοινωνούσε με την Μακεδονία μέσω Εγνατίας οδού. Η πόλη διατηρούσε την ακμή της και κατά τους Βυζαντινούς χρόνους αφού αναφέρεται από τον Κωνσταντίνο Πορφυρογέννητο φαντάζομαι στα επικά του συγγράμματα και ειδικότερα στο «Περί της Βασιλείου Τάξεως».

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Στο καταλάθος είμαι δίπλα από ένα γκρουπ, ο ξεναγός του χώρου μοιάζει με Αλβανός, τον ακούω για περίπου 5-6 λεπτά και πουθενά δεν άκουσα να αναφέρει κάτι από την Ελληνικότητα του χώρου, ούτε και στις πινακίδες του κάθε χώρου που διάβασα δεν έλεγε για Ελληνική πόλη ή στοιχείο. Τον άκουσα να αναφέρει ένα Ρωμαίο αυτοκράτορα μονάχα και τώρα στέκομαι λίγο πιο ψηλά τους, εκεί στην αρχαία αγορά, και σκέφτομαι να επέμβω για να διευκρινίσω κάποια πράγματα και να εξηγήσω κάποια πράγματα, αλλά δεν το έκανα γιατί λέω μπας και τα είπε πριν και εγώ δεν άκουσα και γίνω ρόμπα... ας το πάρει το ποτάμι.

Εισέρχοντας στον χώρο πρόσεξα ότι το μουσείο της Απολλώνιας είναι ένα παλιό μοναστήρι και ναός μέσα στην αυλή. Σαν κλασσικός περίεργος μπήκα να δω τι γίνετε, σε άψογη κατάσταση όλα, μοναστήρι και ναός, με αγάλματα, κίονες και ευρήματα γενικά από την αρχαία Απολλώνια να στολίζουν την εσωτερική αυλή. Βγαίνοντας είδα γενειάδα και ράσα, τον προσεγγίζω και του μιλώ ελληνικά, με σπαστά και λιγοστά ελληνικά μου ανταποκρίθηκε. Μου είπε ότι πριν πολλά χρόνια ήταν όντως μοναστήρι Ορθόδοξο και ο ναός είναι αφιερωμένος στην Παναγία. Δεν μπόρεσα να μαζέψω κι΄άλλες πληροφορίες γιατί η γλώσσα όπως καταλαβαίνετε μας έβαζε φραγμούς, τον ευχαριστώ και φεύγω. Κερνάω ακόμη ένα τσιγάρο τον φρουρό για να τον ευχαριστήσω που βρήκα την πραμάτεια μου όπως την άφησα, καβαλάω μηχανή και κατηφορίζω. Ο λόφος είναι γεμάτος απομεινάρια της αρχαίας πόλης, παντού μισογκρεμισμένοι τείχη από σπίτια και οικοδομήματα. Ακολουθώ την ηλεκτρονικά χαραγμένη μου πορεία αλλά... χώμα, γίνετε να μην κάνω και λίγο χώμα, αλλοίμονο. Στέκοντας πλέον για να απορροφώ επιπλέον κραδασμούς και για καλύτερο έλεγχο μηχανής είμαι μέσα στους αγρούς της κεντρικής Αλβανίας σ΄ένα στενό χωματόδρομο γεμάτο τρύπες και κοτρόνες συγχρόνως να χαιρετάω τον κάθε αγρότη που έβρισκα μπροστά μου μπας και χρειαστώ το τρακτέρ του να με βγάλει απ΄εδώ μέσα και καλύπτω καμιά 10 χλμ μέχρι να ενωθώ με ασφάλτινη οδό προς την Αυλώνα.

Η διαδρομή 4πλής κατεύθυνσης έτσι τα εναπομείναντα χλμ να γίνονται σβέλτα, όσο από τοπίο, τζίφος πάλι. Μπαίνω Αυλώνα, πιο συγυρισμένη, πιο καθαρή, πιο ωραία. Ψάχνω τον παραλιακό δρόμο αλλά έργα στους δρόμους και χωρίς σήμανση η πορεία μου ανακόβεται, επιστροφή και λέω να πιω τον καφέ μου έξω απ΄την πόλη. Εκεί στο αναπάντεχο ο παραλιακός με υπέροχα καφέ και θέα, παρκάρω μηχανή και κάθομαι χωρίς δισταγμό. Καπουτσίνο, τσιγάρο και όμορφη θέα να απλώνετε χωρίς αναστολές μπροστά μου. Η Αδριατική όπως πάντα να κάνει παρέα στον μοναχικό μου κόσμο, το μπλε ούτε κι΄αυτό λέει να με αποχωριστεί.

Η Αυλώνα είναι μια από τις αρχαιότερες πόλεις της Αλβανίας, ιδρύθηκε από Έλληνες τον 6ο αιώνα π.Χ. και ονομάστηκε Αυλών. Ήταν μια από τις αρκετές αποικίες στις Ιλλυρικές ακτές και που αναφέρεται για πρώτη φορά από τον Πτολεμαίο στο βιβλίο του Γεωγραφία. Η πόλη υπήρξε σημαντικό λιμάνι της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.

Ρουφάω τον  καπουτσίνο, καπνίζω 2-3 τσιγάρα, τραβάω λίγες φώτο & βίντεο και ξεκινώ. Η διαδρομή (SH8) από νωρίς έδειξε τι έμελλε να δω. Φιδίσιος δρόμος πάνω στο κύμα σ΄ένα βραχώδες τοπίο αριστερά μου που έσβηνε πάνω σε κρυστάλλινες παραλίες στα δεξιά μου... μια ομορφιά υπέροχη, ένα πανέμορφο άγριο παραλιακό τοπίο που έδινε ρέστα. Επί 5-6 χλμ αυτό έβλεπα, αρκετά εστιατόρια, ταβέρνες, μπαράκια, καφέ... η τουριστική υποδομή στο απόγειο της. Όσο από οδήγηση, απλά υπέροχα να οδηγάς σε τέτοια μέρη. Μετά από Orikum μπαίνω στα ενδότερα, η φύση δεν είναι αδιάφορη και τα μικρά χωριουδάκια με τις κοτούλες, χήνες και λοιπά πουλερικά να στολίζουν τις αυλές των σπιτιών. Μικροπωλητές με φρούτα και λαχανικά στις άκριες του δρόμου καθώς έβλεπα τα Κεραύνια όρη ή όρη Χειμμάρας να κοντεύουν.

Το όνομα με Ελληνική καταγωγή και ψηλότερη κορυφή στα 2,044 μέτρα, στα βορειοδυτικά βρίσκεται το Ακροκεραύνιο ακρωτήρι που χωρίζει το Ιόνιο πέλαγος με Αδριατική θάλασσα. Στην αρχαιότητα το όρος οριοθετούσε τις Ελληνικές φυλές από τις Ιλλυρικές. Το όρος αναφέρθηκε και από τους γεωγράφους/ταξιδιώτες, Στράβωνα – Πτολεμαίο – Παυσανία.   

  

Ανηφορίζω το όρος με αρκετό στροφιλίκη και θεάσεις όμορφες. Σύντομα μπαίνω σε δάσος, το πάρκο Llogara ή το πέρασμα Llogara, τα δέντρα ψηλά και πυκνά. Αλπικού τύπου διαδρομές σε σχετικά καλή άσφαλτο, φτάνω στο ψηλότερο σημείο που με φέρνει ο δρόμος στα 1,050 μέτρα και γεμάτο αλπικού τύπου μοτέλ, ξενοδοχεία και υπέροχα εστιατόρια. Πραγματικά είναι όλα υπέροχα εδώ πάνω, όλα τα προαναφερθέντα καταλύματα βαλμένα μέσα στο δάσος το καθένα μόνο του. Το πυκνό δάσος τελειώνει σύντομα, σε 5-6 χλμ περίπου, όλα τελειώνουν επίσης. Το σκηνικό αλλάζει ριζικά... μια μαγεία ήτανε, μια ουτοπία ήτανε... όχι, ήταν πραγματικό. Τα όρη να σβήνουν σχετικά απότομα στην θάλασσα καθώς κατηφορίζω για Χειμμάρα και μπροστά μου να βλέπω μια μαγευτική, ονειρική θέα... την Αλβανική Ριβιέρα. Οι εικόνες απλά δίνουν ρέστα, κάνουν ρεσιτάλ πια είναι η καλύτερη. Στάσεις πάμπολλες να αποθανατίσω άπαντα, όσο και αν βιάζομαι να φτάσω Βουθρωτό πριν κλείσει ο χώρος συνεχίζω να σταματάω για να απολαμβάνω και να φωτογραφίζω την απίστευτη θέα... σε μια στάση μου δίπλα τουρίστες και άκουγα τις εκφράσεις θαυμασμού γι΄αυτό που κοινά αντικρίζαμε. Χρήζω τον δρόμο SH8 σαν την καλύτερη διαδρομή επί Αλβανικού εδάφους.

Πλέον τα ονόματα θυμίζουν Ελλάδα, πλέον τα τζαμιά αντικαθιστούνται με εκκλησιές και καμπαναριά, πλέον οι Αλβανικές ονομασίες εστιατορίων και ξενοδοχειακών μονάδων είναι στα Ελληνικά, πλέον είμαι στα 250 μέτρα με δεξιά το Ιόνιο πέλαγος καθώς διαπερνώ χωριά, μικρά και μεγάλα. Πλέον η φύση γέμισε ελιές, ελαιώνες παντού, απέραντα στρέμματα, πλέον μυρίζει... Ελλάδα. Ίσως με συνεπαίρνει η Ελληνικότητα μου, ίσως τα παραλέω λιγάκι, ίσως τα νιώθω εντονότερα, ίσως γιατί... απλά Έτσι Είναι!!!   

Μπαίνω Χειμμάρα, δεξιά ταμπέλα για παλιά πόλη. Να κείτεται σ΄ένα δάσωσης λόφο ήταν πανέμορφο να την βλέπεις, πετρόκτιστα σπίτια και πετρόκτιστοι δρόμοι/σοκάκια να της δίνουν μια πανέμορφη γραφική αίγλη, μια αίγλη που εγώ δεν έκανα να πάρω γιατί δεν με παίρνει ο χρόνος. Συνιστάτε χωρίς κανένα δισταγμό να επισκεφτείτε την παλιά πόλη γιατί είναι απίστευτα παραδοσιακή και πανέμορφη. Μπαίνει και αυτό στην λίστα για μέρη που θα ξαναέρθω. Κατεβαίνω προς νέα πόλη της Χειμμάρας, τουριστική καθαρά αλλά το αξίζει κι΄αυτή χωρίς ενδοιασμούς.

Σε λίγο το υψόμετρο αλλάζει, σχεδόν 60 μέτρα πλέον, αλλάζει και το τοπίο σε κάτι λίγο πιο άχαρο, τα χλμ λίγα, μπήκα πλέον στην παραλιακή πόλη των Αγ. Σαράντα. Μεγάλωσα και άκουγα για τους Αγ. Σαράντα σε εθνικούς επετείους και έπη εθνικά και στο μυαλό μου «κτίστηκε» ένα μικρό απόμερο παραδοσιακό χωριό... καμία σχέση. Όλο πολυκατοικίες αμφιθεατρικά κτισμένη η τουριστική αυτή πόλη που το μόνο που έχει να αναδείξει είναι τουριστικά θέρετρα και υποστατικά. Εδώ καλοκαίρι πρέπει να γίνετε Ο Χαμός. Το άκουσα πρόσφατα βέβαια ότι σκίζει από τουρισμό και όντως εδώ η θάλασσα και παραλίες είναι ελκυστικά όμορφα, την προσπερνώ για να πάω Βουθρωτό.

Φτάνω, παρκάρω απέναντι από Ενετικό φρούριο και μπαίνω σαν Ιάπωνας τουρίστας με κάμερες, φωτογραφικές και ότι άλλο θελήσετε. Περπατώ προς κύριο χώρο και βλέπω ότι η κάμερα τέλειωσε και η 2η εφεδρική μπαταρία, όχι ρε γαμώτ. Κάνω κλικ ότι έχω κάμερα κινητού, ΣΗΜ πρώτη φορά την χρησιμοποιώ. Φτάνω στον αρχαιολογικό χώρο, τραβάω τα πλάνα μου, απολαμβάνω την αρχαιότητα του χώρου και ξεχνάω να τραβήξω φώτο, ας είναι, έχω τα πλάνα λέω ο κακόμοιρος.

Το Βουθρωτό ή αλλιώς Butrint ήταν μια Ελληνική πόλη της φυλής των Χαόνων. Τον 4ο αιώνα π.Χ. ανεπτύχθη πολύ σαν πόλη και λιμάνι. Το Ελληνικό του ημερολόγιο παρουσιάζεται και στον σπουδαίο μηχανισμό των Αντικυθήρων. Οι Ρωμαίοι την κατάκτησαν τον 3ο αιώνα μ.Χ. Το Βουθρωτό παράμεινε σημαντική πόλη, λόγω και της θέσης της, μέχρι τον 16ο αιώνα όπου καταστροφικοί πόλεμοι την άφησαν σε ερείπια.  Σώζονται μέχρι τώρα το Βαφτιστήρι, η Αγορά, το Θέατρο και Βασιλικός ναός. 

    

Η διαμονή μου στο Εξαμίλι ή Ksamil, ανάμεσα από Βουθρωτό και Αγ. Σαράντα, τουριστικό κι΄αυτό αλλά σε μικρογραφία. Ένα απλοϊκό δωμάτιο σε οικογενειακή θαλπωρή νοίκιασα, ωραία θέα προς παραλία. Το απόγευμα αργά πήρα τα πόδια μου για μάσα σε παραλιακό εστιατόριο που μου σύστησε η σπιτονοικοκυρά. Περπατώ ένα μικρό άδειο στενοσόκακο παραλιακά και μου φωνάζει ένας τύπος γύρω στα 65-70. Απαντώ σε αγγλικά και τελικά μου βγαίνει να μιλά Ελληνικά, ο Πολυχρόνης. Τελικά είναι Αλβανός από Κορυτσά, έζησε Ελλάδα όπως χιλιάδες άλλοι και τον βάφτισαν. Με πήρε στην κουβέντα αλλά δεν του άρεσε που τον τράβαγα βίντεο. Δεν τον πολυπήρα στην κουβέντα γιατί μου φάνηκε μεθυσμένος, κάπνισα 1 τσιγάρο μαζί του και έφυγα. Ένα εστιατόριο πάνω στον μικρό λόφο με καλοδέχεται με τα πορτοκαλοκίτρινα χρώματα του ηλιοβασιλέματος αντίπερα, εκεί που έσβηνε το ηλιοβασίλεμα είναι και το νησί των Φαιάκων, η Κέρκυρα, δεν την έβλεπα απλά την... ένιωθα εκεί.

20181017_102010.jpg
20181017_102325.jpg
20181017_113848.jpg
20181017_124315.jpg
20181017_123056.jpg
20181017_135625.jpg
20181017_130000.jpg
20181017_150532.jpg
20181017_174621.jpg

Στο δωμάτιο μου νωρίς το βράδυ να γράψω και να μεταφέρω φώτο και βίντεο, τα βίντεο του κινητού ήταν... ανάποδα. Μα τους χίλιους λύκους, και στο προηγούμενο μου ταξίδι το θέμα βίντεο μου βγήκε στραβά, έχασα πολλά βίντεο. Νομίζω είναι καιρός να αφήσω λίγα γκατετζάκια πίσω για να νευριάζω λιγότερο, θα μείνω κλασσικός με τις φώτο μονό.

__________________________________

Πρωινός πρωινός επόμενη μέρα, αφού κοιμήθηκα ψες νωρίς. Βγήκα στην βεράντα, άναψα τσιγάρο, έβλεπα το Ιόνιο πέλαγος και αγνάντευα... αυτό ήταν το πρόγευμα μου. Φόρτωσα και την έκανα. Καθώς όδευα για Αγ. Σαράντα σκεφτόμουνα να πάω στον μώλο να πιω τον καφέ μου, στην διασταύρωση για Αγ. Σαράντα άλλαξα γνώμη, ένας απλός καφενές στα προάστια της πόλης που είναι σαν χωριό, με κέρδισε. Ένας περιποιημένος καπουτσίνος και με άπλετο χαμόγελο από τον ψηλόλιγνο καφετζή που μιλούσε σχεδόν άπταιστα Ελληνικά, μου έφτιαξε το πρωινό μου.

Ο δρόμος SH99 θα με διαπερνούσε τα βουνά Gjere προς δρόμο SH4, στην καρδιά της Δρόπολης. Η Δρόπολης είναι η Ελληνόφωνη επαρχία της Αλβανίας γνωστή και ως Βόρεια Ήπειρος όπου ακόμα και η Αλβανική κυβέρνηση της αναγνωρίζει. Η διαδρομή ξεκινά άχαρα αλλά ευτυχώς αρχίζει την ανάβαση για τα βουνά και πλέον το πρασινίζει η πλάση. Δεν πολυαργεί να φτάσει η πρώτη μου επίσκεψη στο χωριό Μεσοπόταμος, το μοναστήρι του Αγ. Νικολάου. Το βρίσκω εύκολα μέσω μικρής χωμάτινης διαδρομής και παρκάρω μέσα στην μεγάλη χωμάτινη αυλή, στις πύλες εισόδου είχε ταμπέλα που έλεγε στα Ελληνικά και Αλβανικά ότι γίνονται εργασίες επιδιόρθωσης στην εκκλησιά. Πάρκαρα απέναντι από είσοδο του ναού και άρχισα να βιντεογραφώ, άκουσα να μου μιλάνε Ελληνικά, οι οικοδόμοι πάνω σε σκαλωσιές μου είπαν ότι απαγορεύεται να μπω στο χώρο λόγω εργασιών και επίσης ότι απαγορεύεται να κινηματογραφώ λόγω επίσης των εργασιών. Του απαντώ ότι εργασίες κάνετε και όχι κάτι μυστικό που ο κόσμος δεν πρέπει να δει ή να ξέρει.... τα πήρα λίγο στο κρανίο γιατί μπούρδες ακούω. Κινηματογράφησα όχι την εκκλησιά, τον περίγυρο. Βέβαια στο πίσω μέρος του ναού πήρα κάποια πλάνα. Τους λέω σε  λίγο αν μπορώ να μπω μέσα να δω τον ναό και μου είπαν όχι, εκεί θύμωσα περισσότερο και τους απάντησα ότι μαλακίες μου λέτε. Ένας πετάχτηκε και μου είπε να μπούμε μαζί για μια στιγμή και έτσι έκανα, ο ναός από μέσα υπέροχος, μικρός σχετικά αλλά με υπέροχους κίονες σαν βάσεις του ναού. Εικονογραφίες μόνο στο ιερό είχε και αυτό με παραξένεψε λιγάκι. Οι υπόλοιποι τοίχοι είχαν ένα χρώμα πεσμένου/παστέλ μπλε, τώρα βάφτηκε, έτσι ήταν...δεν ξέρω.

Μεγάλο κτίσμα και με οντότητα, κτισμένο λένε τον 4ο αιώνα μ.Χ. από τον Μ. Κωνσταντίνο και ξανακτισμένο από τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Θ΄ τον 11ο   αιώνα και θεωρείται ως μνημείο προστατευόμενο από την Αλβανική κυβέρνηση. Βρίσκεται σε λόφο και παλιά υπήρχαν τείχη που το οχύρωναν για προστασία. Ο χώρος είναι σαν αρχαιολογικό μουσείο από πατώματα, αετώματα, κιονόκρανα κ.λ.π. τα οποία είναι φερμένα από την κοντινή Ελληνική αρχαία πόλη της Φοινίκης (πρωτεύουσα των Χαόνων). Εύρημα επίσης αναγράφει το όνομα Μενέλαος και πιστεύεται ότι πρόκειται για τον βασιλειά της Σπάρτης. Χωρίς να είναι επιβεβαιωμένο, ιστορικοί και αρχαιολόγοι πιστεύουν ότι εδώ η περιοχή συνδέεται με τον Τρωικό πόλεμο όπως και το Βουθρωτό σε απόσταση 20 χλμ. 

     

Λίγο τσαντισμένος φεύγω, αφού ευχαρίστησα μ΄ένα τσιγάρο τον Αλβανό οικοδόμο. Το κέρασμα τσιγάρου χωρίς να το γνωρίζω, κάνει θραύση εδώ στην Αλβανία. Ο δρόμος ανεβαίνει υψομετρικά και αναμενόμενο η πλάση να παίρνει τα πάνω της. Δασική διαδρομή ακολουθώ με τον μικρό ποταμό Bistrice να κατηφορίζει το βουνό δίνοντας και αυτός μια πινελιά ομορφιάς στο τοπίο.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Λίγα μικρά χωριά στο διάβα μου, εκκλησιές βλέπω παντού ακόμα και σε απόμερα μέρη, εικονοστάσια επίσης στο δρόμο αρκετά

Στο τέλος του SH99 μπαίνω στην περιοχή της Δρόπολης με τα 34 ελληνόφωνα χωριά της. Το Αλβανικό κράτος αναγνωρίζει επίσημα την περιοχή σαν Ελληνική μειονότητα και δίνει το δικαίωμα δημιουργίας Ελληνικών σχολείων. Η περιοχή ξεκινά από τα σύνορα της Κακαβιάς και τελειώνει νότια του Αργυρόκαστρου κατά μήκος του κυρίου δρόμου, SH4.

Διαπερνώ χωρίς σταματημό Ελληνικά χωριά, Ελληνικούς χώρους, Έλληνες μιας αλλιώτικης Ελλάδας και είμαι απόλυτα σίγουρος σε μια συνομιλία μαζί τους θα είχαν χιλιάδες πράγματα να μου εξιστορήσουν. Νιώθω την ανάγκη να σταματώ σε κάθε χωριό, σε κάθε πλατεία, σε κάθε σπίτι, να πιάσω κουβέντα με τον καθένα που βρίσκω μπροστά μου και να μάθω όλα αυτά που έχουν μέσα τους, όλα αυτά που εμείς δεν ξέρουμε και δεν ζήσαμε. Η απογοήτευση και πίκρα των κατοίκων θα ήταν πολύ υπαρκτή σε μια απλή συζήτηση και θα συμφωνούσα απόλυτα. Οι Έλληνες εδώ δεν φυλάνε Θερμοπύλες αλλά είχαν «προδοθεί», δόθηκαν παρά την θέληση τους σε άλλο κράτος. Παρόλη την προσπάθεια της Ελλάδας και Ελληνικού στρατού, η περιοχή δόθηκε τελικά στην Αλβανία το 1913, όταν ο Ελευθέριος Βενιζέλος μετά από πιέσεις των μεγάλων δυνάμεων αντάλλαξε την περιοχή αυτή με νησιά του Αιγαίου. Οι κάτοικοι αντέδρασαν έντονα και με τα όπλα ανά χείρας προσπάθησαν να κερδίσουν αυτονομία αλλά τα πολιτικά παιγνίδια και αστάθεια της εποχής δεν άφησαν αυτό να γίνει πραγματικότητα. Και έκτοτε έμειναν εδώ, εδώ στα καταραμένα βουνά, εδώ στην ψεύτικη ξενιτιά, σε μια αθέλητη απομόνωση. Βέβαια πολλοί έφυγαν, ξενιτεύτηκαν παντού στην υφήλιο.

Η περιοχή της βόρειας Ηπείρου κατοικούσαν από την 2η χιλιετία π.Χ. από τα Ελληνικά φύλα κυρίως των Θεσπρωτών, Χαόνων και Μολοσσών. Σημαντικές πόλεις και οικισμοί ήταν το Βουθρωτό, ο Ογχησμός (Αγ. Σαράντα), Αντιγόνεια (κοντά στο Αργυρόκαστρο), Φοινίκη (νομός Αυλώνας) και άλλες. Οι Ρωμαίοι την κατείχαν μέχρι τον 12ο αιώνα μ.Χ. και τον 13ο αιώνα γίνεται τμήμα του Δεσποτάτου της Ηπείρου. Επήλθε ο Οθωμανικός ζυγός για 4 αιώνες με την περιοχή εδώ να πρωτοστατεί σε επαναστατικές ενέργειες εναντίον των Οθωμανών ειδικότερα στην επανάσταση του 1821 και 1854 προσπαθώντας να εκμεταλλευτούν τον Ρωσσο-τουρκικό πόλεμο και να ενωθούν με Ελλάδα όπως ήταν και πάντοτε ο απώτερος τους σκοπός, ο ύστατος τους καημός. Μετά την πτώση των Οθωμανών, το 1913 γεννιέται με την στήριξη των μεγάλων δυνάμεων το Αλβανικό κράτος με την βόρεια Ήπειρο στα σκαριά της. Ο Βενιζέλος βέβαια δεν δέκτηκε αλλά οι μεγάλες πιέσεις τον ανάγκασαν να αφήσει την περιοχή στην Αλβανία με αντάλλαγμα τα νησιά του Αιγαίου. Οι εδώ κάτοικοι ένιωσαν προδομένοι όχι μόνο γιατί η Ελλάδα δεν διεκδίκησε την περιοχή αλλά ούτε και τους προμήθευσε όπλα για να αμυνθούν των Αλβανών. Η ορολογία Βόρεια Ήπειρος χρησιμοποιήθηκε πρώτη φόρα το 1914 στην σύνοδο της Κέρκυρας όπου η περιοχή γινόταν αυτόνομη... ένα όνειρο που έσβησε γρήγορα λόγω αστάθειας στην περιοχή και 1ου Π.Π. Πριν την παραχώρηση της βόρειας Ηπείρου στην Αλβανία, η Ελληνική γλώσσα εδώ θεωρήθηκε η καθαρότερη και απαλλαγμένη από τοπικούς ιδιωματισμούς. 

Οδηγώντας πλέον στην πεδιάδα του ποταμού Δρίνου με όλα αυτά τα ιστορικά στο μυαλό μου, όλα τα συμβάντα που συντέλεσαν ένα τεράστιο ιστορικό χρονολόγιο μέχρι και το έπος του 40, με κάνουν να νιώθω μια βαθειά ευλάβεια και σεβασμό στο χώρο που κυλούν οι ρόδες μου. Η βόρεια Ήπειρος είναι πολύ πλούσια σε ιστορία, αρχαίες πόλεις, οικισμούς και απομεινάρια πολλών πολέμων και μαχών... θα είναι βαρετό να δίνω κάθε ιστορικό υπόβαθρο κάθε χωριού και περιοχής που διαπερνώ, η περιοχή γέμισε/γεμίζει βιβλία από ιστορία, παραδόσεις και κουλτούρα.

Η διαδρομή μου με έβαζε να περάσω από χωριά Τεριαχάτες και Σωφράτικα, ήθελα να μπω να τα δω, να δω πως είναι, και έτσι έκανα. Κτισμένα στους πρόποδες των βουνών, η διαδρομή μέσα στα 2 χωριά πολύ ανηφορική ή πολύ κατηφορική με ζορίζει αρκετά, ο δρόμος είναι πετρόκτιστος και όχι άσφαλτος. Αμφιθεατρικά κτισμένα τα οδηγώ, σχεδόν κανένα άνθρωπο δεν είδα, ούτε κανένα καφενέ να κάτσω με πρόφαση τον καφέ να μιλήσω με ντόπιους. Ούτε και από αρχιτεκτονικής λένε κάτι, ίσως αφημένα στον χρόνο να είναι, ίσως η αποξένωση, δεν μπορώ να ξέρω στα σίγουρα. Στο τέλος, βγαίνοντας από Σωφράτικα βλέπω καφενέ και κατεβαίνω. Ακούω Ελληνικά και καλημερίζω γενικά εκεί στον χώρο. Έρχεται ο καφετζής, Έλληνας ντόπιος. Παραγγέλνω ένα ελληνικό και ακούω τους διπλανούς τι λένε για να μπω στο θέμα. Τελικά έρχεται ο καφετζής και τον πιάνω κουβέντα καθώς ήταν πολύ χαμογελαστός και φιλικός γύρω στα 55-60 χρονών. Δυστυχώς άκουσα όλα αυτά που ανάμενα να ακούσω... οι νέοι φεύγουν, δουλειές λιγοστές, μισθοί πείνας, τίποτα να κάνουν εδώ. Οι Έλληνες κάνουν1-2 παιδιά ενώ οι Αλβανοί όσα μπορούν, θα μας τα πάρουν όλα οι Αλβανοί στο τέλος μου λέει. Με ενημερώνει ότι τα πλείστα σχολεία εδώ κλείσανε, η γυναίκα μου δασκάλα συνεχίζει αλλά τώρα δουλεύει στο ληξιαρχείο της περιοχής. Έχω 2 κόρες μου εξηγά ο καλοσυνάτος καφετζής, η μια εδώ παντρεμένη με Έλληνα και παίρνει μισθό 230 ευρώ και η άλλη Ιωάννινα σπουδάζει. Τα είπαμε ακόμα λίγο και ζητάω να πληρώσω παρόλο που είδα ότι ο καφές ήταν 50 λέκε (40 σεντς δικά μας) και ετοιμάζω ένα 2εύρω που είχα να του το δώσω... κερασμένο μου είπε, όχι του απαντώ δεν δέχομαι και μου λέει... ένας καφές πατριώτη είναι, κερασμένος από μένα και καλό δρόμο να΄χεις. Ο κόσμος της επαρχίας συνήθως δεν κοιτάει το χρήμα και ειδικότερα αυτοί που είναι πραγματικά φτωχοί... τέτοιες πράξεις με σκλαβώνουν.

Πολύ κοντά το Αργυρόκαστρο όπου εδώ θα μείνω 2 βράδια για να το δω όσο πιο καλά γίνετε. Μπαίνοντας Αργυρόκαστρο ένιωσα έντονα να φωνάξω «εάλω η πόλης», για πάρτη μου, να την κάνω δική μου και να την δωρίσω στον βασανισμένο εδώ Ελληνισμό που ίσως, μάλλον είναι πιο Έλληνες από εμάς. Χωρίς να θέλω να προχωρήσω τις σκέψεις/συναισθήματα για να μην πιάσει πάλι το πατριωτικό μου και μπω κόκκινα, οδεύω για το Ελληνικό προξενείο για να μου συστήσουν ένα ξενοδοχείο με Έλληνα ιδιοκτήτη, για κάποιο λόγο δεν ήθελα να μείνω σε Αλβανικό όχι πως τα έχω μαζί τους, απλά έτσι το είδα. Οι εμπειρίες μου με

20181018_081118.jpg
9e72a7ebbfa7e2008813eab57fd5f848.jpg
20181018_084447.jpg
20181018_090015 - Copy.jpg
20181018_091940.jpg
20181018_090351.jpg
20181018_101954.jpg
20181018_094208.jpg
20181018_094248.jpg
20181018_093602.jpg

Αλβανούς εδώ και χρόνια σε ταξίδια μπορώ να πω άριστες, ποτέ δεν ένιωσα εχθρότητα, το αντίθετο θά΄λεγα. Στο προξενείο μου πρότειναν ένα ξενοδοχείο αλλά πηγαίνοντας εκεί ήταν αρκετά ακριβό, ήταν όμως ένα μεγάλο σπίτι πλήρες ανακαινισμένο με υπέροχη διακόσμηση και αρκετό μεράκι. Βρίσκω τελικά στην πλατεία της παλιάς πόλης. Αράζω πραμάτεια μου και έξω για γνωριμία με την γραφική μικρή πόλη που είναι κάτω υπό την προστασία της ΟΥΝΕΣΚΟ.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Οι μικροί δρόμοι πετρόκτιστοι και γεμάτοι αυτοκίνητα. Λίγο ψιλό μπάχαλο αλλά απλά πανέμορφη. Τα πλείστα σπίτια σε παραδοσιακό ρυθμό, όλα σχεδόν φτιαγμένα, λουλούδια και παραδοσιακές λευκές κεντητές κουρτίνες στα παράθυρα, πολλά μαγαζάκια με σουβενίρ, καφενεδάκια, εστιατόρια κ.λ.π. Το μοναδικό τζαμί στην πόλη αναπαλαιώνεται με χορηγία...ποιάς άλλης, της Τουρκίας. Μια τουρκική σημαία κρέμεται εκεί για μας την σπάζει προφανώς. Περπατώ αλλά η άνοδος έχει αρκετή κλίση και λαχανιάζω εύκολα. Ο ιδρώτας να τρέχει καθώς περιφέρομαι και παρατηρώ ότι βρίσκεται μπροστά μου, κανονικός τουρίστας σχιστομάτης έγινα να φωτογραφίζω και βιντεοσκοπώ συνεχώς. Κουράστηκα, μεσημέριασε, λέω πιο πάνω θα πάω το απόγευμα καθώς θα πηγαίνω στο γεφύρι του Αλή Πασά που βρίσκεται πάνω από την πόλη. Κάθισα λίγο παράμερα μπας και ησυχάσω από θόρυβο. Ένα μικρό ταβερνάκι με το όνομα Αργυρώ με βρίσκει να την αράζω, καλές τιμές και σχετικά Ελληνικό μενού... τελικά ο τύπος Αλβανός παντρεμένος με Ελληνίδα.

Λίγη ξεκούραση και το απόγευμα οδεύω για γεφύρι Αλί Πασά, το είχα ήδη σημείωση στο GPS και ακολουθώ διαδρομή, με βάζει σε τόπους που δεν περνά όχημα, πάω από αλλού, πάω παραπέρα, πάω μέσω νέας πόλης... τίποτα δεν βγαίνει. Λέω θα πάω από παλιά πόλη αλλά από ψηλότερα και τότε να βάλω στο στίγμα να με καθοδηγήσει. Οι πετρόκτιστες με πολλές μοίρες ανηφόρες μου κάνουν τη ζωή δύσκολη, μπαίνω όπου δω ότι με βγάζει αλλά καμιά δεν με βγάζει πουθενά, όλα καταλήγουν σε αδιέξοδο ή σκαλιά να βγεις. Και άντε τώρα κάνε επαναστροφή στα στενά σοκάκια και με τόση κλίση... τα ρούφηξα 1-2 φορές. Παρέδωσα τα όπλα, επιστροφή σε ξενοδοχείο και καφέ εκεί με την θέα του Γράμμου όρους απέναντι.

Σε ανασκαφές βρήκαν αντικείμενα που χρονολογούνται από την εποχή του Σιδήρου. Η πρώτη καταγραφή της πόλης είναι το 1336 με το Ελληνικό όνομα Αργυρόκαστρο σαν τμήμα της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Τα τείχη της πόλης χρονολογούνται από τον 3ο αιώνα μ.Χ. Η πόλη έζησε πολλές πολιτιστικές και πολιτικές αλλαγές μέσα στους αιώνες. Αριθμοί 43,000 κατοίκους όπου λέγεται ότι το 34% είναι Έλληνες. Το πρώτο Ελληνικό σχολείο κτίστηκε εδώ το 1663.

Το βραδάκι έφαγα την σουπίτσα μου καθήμενος έξω με το αεράκι να τσιμπάει λίγο, κρέας και μπόλικο γιαουρτοσκόρδιον συνοδευμένο, μπυρίτσα και βουρ μετά δωμάτιο για συγγραφή και ανάλυση φώτο και βίντεο.  Μοναστηριακή η ζωή μου σ΄αυτό το ταξίδι, το τιγράκι μου η Σούλη δεν μπορούσε να ακολουθήσει λόγω εργασίας έτσι κάνω ένα είδος προετοιμασίας για να πάω Άγιο Όρος... όχι ρε παίδες δεν σάλταρα ακόμα απλά έχω πρόσκληση για να πάω εκεί και δεν ξέρω πως θα τα βγάλω πέρα με τόση ησυχία, απομόνωση και να κοιμάμαι μόλις δύση ο ήλιος.

__________________________________

Χαλαρό ξύπνημα, χωρίς καμπαναριό (ξυπνητήρι), καφές στην βεράντα του μικρού απλού ξενοδοχείου στην κεντρική πλατεία με φόντο τα όρη απέναντι και γύρω στις 10 ξεκινώ για Αντιγόνεια Χαονίας.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Η διαδρομή σύντομα με βγάζει από τον SH4, δεξιά για να ανεβώ όρη και χωριά. Η Αντιγόνεια βρίσκετε γεωγραφικά ακριβώς απέναντι από Αργυρόκαστρο, στο απέναντι βουνό. Ο δρόμος κλασικός Αλβανικός με λογής λογής καταστάσεις καθώς αρχίζω να βγαίνω υψομετρικά. Τα χωριά φτωχά, ατημέλητα, κοπάδια στο δρόμο αρκετά και φυσικά όλη η διαδρομή γεμάτη περιττώματα από πρόβατα και αγελάδες. Μετά από καμιά 25 λεπτά φτάνω στον χώρο, η μπάρα κλειστή και το ξύλινο κουβούκλιο του φρουρού/εισπράκτορα το ίδιο. Βγάζοντας ρούχα και καθώς προετοίμαζα τα πράγματα μου έκανα και την σκέψη να μπω με την μηχανή, εδώ πάνω κανείς δεν είναι αλλά άσε λέω, ας κάνω και το περπάτημα μου με τέτοιο ωραίο καιρό και τοπίο (750 μέτρα). Σε κανένα 5λέπτο φτάνω, βλέπω κάτι απομεινάρια αρχαίων τειχών και μια ταμπέλα δείχνει για την ακρόπολη της πόλης. Ανεβαίνω στο στενό απότομο σε κλίση μονοπατάκι, ανεβαίνω, ανεβαίνω, οι ανάσες μου χάνονται, περπατώ ανάμεσα σε δέντρα και χαμηλή βλάστηση με τον φόβο μην βρω κανένα φίδι εδώ πάνω... τζίφος. Ακολουθώ κάτι βέλη που βρίσκω κάθε τόσο πάνω σε δέντρα και πιστεύω ότι καλά πάω. Μετά από μια στάση 5 λεπτών μπας και ρουφήξω λίγο αέρα και φτάνω σύντομα. Ένα παλιό τετράγωνο κτίσμα βλέπω μπροστά μου και διερωτώμαι αν αυτή είναι η ακρόπολη. Οι δυνάμεις μου άρχισαν να λένε... την πάτησες βλάκα, πίσω και τέρμα η φάση. Απογοητευμένος γιατί σε φώτο όταν μελετούσα κάθε χώρο, άλλα είδα, «Μα που είναι» έλεγα μέσα μου. Η χωμάτινη οδός όμως συνεχιζόταν και παρά πέρα στο οροπέδιο αλλά είπαμε, δύναμη γιοκ. Προσεγγίζοντας την μηχανή εμφανίστηκε και ο φρουρός, ερχόταν τρέχοντας προς εμένα, λέω χρήματα θα θέλει. Κι΄ όμως, ο καλός ανθρωπάκος ερχότανε να μου δώσει το ενημερωτικό για τον αρχαιολογικό χώρο. Τον παρεξήγησα και τον λυπήθηκα επίσης για κάποιο λόγο. Κάνω και μια στάση για σκουπίσω ιδρώτα και να πάρω κανονικές ανάσες, του κερνάω τσιγάρο και του λέω θα μπω μέσα με μηχανή, αυτός τρεχάτος μου άνοιξε την πύλη. Χρήματα για είσοδο δεν μου ζήτησε αλλά του τα έδωσα και με κάτι παραπάνω για την καλή του θέληση. Τελικά ο χώρος όλος είναι πολύ μεγάλος, παντού διάσπαρτα στο διάβα μου έβλεπα τα ερείπια αυτής της πόλης που τον καιρό εκείνο πρέπει να ήταν το Παρίσι επί Χαονίας. 

     

Φημισμένη πόλη στη αρχαιότητα, κτισμένη από τον βασιλειά Πύρρο της Ηπείρου και αφιερωμένη στην γυναίκα του Αντιγόνη. Κτισμένη τον 3ο αιώνα π.Χ. σε οικοδομικά τετράγωνα όπως το Ιπποδάμειο πολεοδομικό σύστημα και κάλυπτε μια έκταση 450 στεμμάτων. Η Αντιγόνεια ήταν η 2η σε μέγεθος πόλη της Χαονίας και η πόλη έλεγχε τα περίφημα στενά της Αντιγόνειας όπου ένωνε την Απολλώνια και Αυλώνα διάμεσο της κοιλάδας του Δρίνου. Η πόλη καταστράφηκε από τους Ρωμαίους, άγνωστο πότε αλλά κάποιες πληροφορίες λένε ότι η πόλη έζησε γύρω στα 150 με 200 χρόνια μόνο.

Δεν ξέρω το γιατί αλλά με αυτή την ιστορία τριγύρω μου, εγώ να στέκομαι εκεί με την τόση άπλετη θέα και την αρχαιότητα του χώρου, ήταν ένα υπέροχο δυνατό συναίσθημα. Τοποθεσία μαγευτική όσο και η σημασία αυτής της αρχαίας πόλης.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Επιστρέφω πίσω και πάω δίπλα στο χωριό Σαρακινίτσα (Saraqinisht). Όπως ανάμενα, φτωχό και αφημένο, το διαπέρασα όλο για να δω άνθρωπο, είδα ένα ζευγάρι κάποιας ηλικίας που ερχόντουσαν από τα χωράφια τους. Οι κάτοικοι του πρέπει να είναι λιγοστοί, 1-2 σπίτια είδα που μου φάνηκαν «νέα», εδώ τέλειωνε και ο δρόμος. Γενικά από την ώρα που πήρα τον δρόμο αυτό, από πεδιάδα Δρίνου, είδα περισσότερα ζώα παρά ανθρώπους, αυτοκίνητο δεν είδα ούτε και ένα, τους πολύ λιγοστούς ανθρώπους που είδα ήταν στα χωράφια τους και 2-3 βοσκούς. Τώρα να μου πείτε, νέος άνθρωπος τι να κάνει εκεί πάνω, στην απόλυτη απομόνωση, διερωτούμαι εάν είχαν τηλέφωνο και τηλεόραση τα χωριά αυτά.

 

 

 

Μπαίνω ξανά στον SH4 για Τεπελένι. Η διαδρομή ομορφαίνει πολύ όταν κοντεύεις αυτής της ηρωικής πόλης καθώς οι ποταμοί Δρίνος και Αώος και η φύση μαζί δημιουργούν εικόνες. Μπαίνω στο Τεπελένι και το πρώτο που βλέπω άγαλμα του Αλή Πασά, είναι η γενέτειρα του. Η πόλη δεν λέει πολλά, αρκετά καφέ γεμάτα κόσμο, φτιαγμένη και περιποιημένη αλλά καμιά σχέση με το Αργυρόκαστρο. Η πόλη δεν έχει καθόλου χαρακτήρα και απογοητεύτηκα πολύ. Ούτε για καφέ δεν ήθελα να κάτσω, εδώ δεν μύριζε Ελλάδα καθόλου. Παρόλο το όλο μου συναίσθημα, είδα και εκκλησιές, μπορώ να πω ότι τζαμί δεν είδα. Μπορεί να μην έκατσα για ένα καφέ αλλά οδήγησα μέσα στην πόλη και το βόρειο προάστιο της.

Η ονομασία της πόλης σημαίνει Λόφος της Ελένης. Εδώ κοντά έγινε και η γνωστή πολεμική διένεξη της αρχαιότητας μεταξύ Ρωμαίων και Μακεδόνων επί Φιλίππου Β’,  Μάχη του Αώου. Πότε κτίστηκε η πόλη δεν αναφέρεται πουθενά.

Όπως μπήκα, βγήκα. Γράφει ένας πρώην Έλληνας πρέσβης στην Αλβανία – Εκείνη η 28η Οκτωβρίου 1999 ήταν για όλους μας μια συγκλονιστική εμπειρία. Μετά την δοξολογία κατεβήκαμε πεζή στο νεκροταφείο στους Βουλιαράτες (Ελληνικό χωριό μετά την Κακαβιά). Στα λίγα μνήματα των Ελλήνων πεσόντων στον πόλεμο του 40 που βρίσκονται σε πραγματικό νεκροταφείο - . Γιατί το ανάφερα αυτό, γιατί οι Έλληνες μαχόμενοι εδώ εναντίον του φασισμού (2ος Π.Π.) δεν έτυχαν ποτέ αναγνώρισης ούτε και κανονικής ταφής όπως έκανε με τους Ιταλούς η Αλβανική κυβέρνηση. Τα πτώματα είναι ακόμα άθαφτα στα βουνά και στους λόγγους, ακόμα εκεί.

Οδηγώ πίσω στο υπέροχο Αργυρόκαστρο, έβαλα στο μάτι ένα μικρό εστιατόριο στο δρόμο για μεσημεριανό. Σταματάω εκεί, ο τύπος (Αλβανός) ένας νεαρός δεν είχε ιδέα, γενικά δεν είχε ιδέα τη σημαίνει να αναγράφεις έξω από το μαγαζί σου «Εστιατόριο». Με μεταφραστή στο τηλέφωνο του προσπαθούσαμε να εξηγηθούμε, όταν κατάλαβε ότι ήθελα να φάω και δεν είχε μενού αλλά ούτε να μου προτείνει τίποτα, απλά έφυγα και πάω στα σίγουρα. Κάτω στο ξενοδοχειάκι μου, κεντρική πλατεία Αργυροκάστρου με ωραιότατη θέα... πας να υποστηρίξεις και κάτι άλλο αλλά πάει να σου βγει ξινό.

Ξεκούρασα το υπέροχο μου κορμί στον φρέσκο αέρα εδώ και αγαλλίασε η ψυχή μου. 2 μερίτσες εδώ με ηρέμησαν. Το απόγευμα ετοίμασα μοτοσυκλέτα για αναχώρηση, λάδιασα καδένα, την περιεργάστηκα λιγάκι και τέλος. Όλα είναι έτοιμα για την μεγάλη μέρα, το αύριο, όπου θα περάσω τα βουνά της ένδοξης

20181018_112232.jpg
20181018_111021.jpg
20181018_111438.jpg
20181018_110348.jpg
fixedw_large_4x.jpg
20181020_073642.jpg
20181019_105200.jpg
20181019_102811.jpg
20181019_102912_edited.jpg
20181019_110323.jpg
20181019_110315.jpg

Πίνδου, εκεί που το έπος του 40 έζησε μεγάλες στιγμές. 

__________________________________

Πρωινός σήμερα, ο ήλιος εδώ βγαίνει αργά γιατί τα βουνά τον κόβουν έτσι σηκώστηκα στις 7 για να απολαύσω το φως της αυγής. Με τον καφέ, ένα τοστ και με την αυγούλα θέα συνοδευμένο με ήχους καμπάνας, προγευματίζω. Πολύ σύντομα είμαι στον δρόμο, SH4, προς Τεπελένι. Σε 25 χλμ δεξιά για SH75 προς πέρασμα Κλεισούρας. Η θερμοκρασία 11 βαθμοί και οι ακτίνες του ήλιου δεν με ακουμπούν παρόλο που θα τις ήθελα. Το ιστορικό πέρασμα υπέροχο, ο Αώος το διαπερνά δίνοντας υπέροχες εικόνες όπως και... κρύο. Στάσεις αρκετές να αποθανατίσω το τοπίο όπως και να νιώσω την περιοχή. Οδηγάω μέσα σε τοπίο όμορφο, τοπίο ηρωικό, μόνος με το δίτροχο μου καθώς μια πραότητα και γαλήνη μου προσφέρετε ασυμβίβαστα, το μουρμουρητό του κινητήρα σαν μουσική απλώνετε στον υπαίθριο αέρα και τίποτα δεν μου χαλάει αυτή την υπέροχη αίσθηση που μ΄έχει καταβάλει.

Το πέρασμα της Κλεισούρας υπήρξε από αρχαιοτάτων χρόνων σημαντικό πέρασμα και πόλεις κτίστηκαν στην περιοχή για να φρουρούν το πέρασμα αυτό, βλέπε Αντιγόνεια Χαονίας, Φοινίκη. Εδώ έγιναν μάχες το 1941 μεταξύ Ιταλικών και Ελληνικών στρατευμάτων.

Στο τέλος του περάσματος και το χωριό Κλεισούρα, αραδιασμένη μέσα στην πεδιάδα με τον ήλιο πλέον μαζί μου. Το τοπίο εναλλάσσεται συνεχώς, από άχαρο τελείως μέχρι όμορφο αφού είπαμε, έχω τον Αώο να δημιουργεί.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Χωριά φτωχά στην διαδρομή,  άχαρα και ατημέλητα. Σε μια στάση για 2ο καφέ της ημέρας οι ιδιοκτήτες μιλούσαν Ελληνικά αλλά σπαστά, ίσως να είναι Αλβανοί, δεν ρώτησα βέβαια γιατί ένοιωθα άβολα κάνοντας το. Οι εκκλησιές και εικονοστάσια στο δρόμο κι΄αυτά καλά κρατούν.

Από το Κεράσοβο, Carcove, η διαδρομή ακολουθεί τα Ελληνικά σύνορα, δρόμος SH75, μέχρι την Κορυτσά. Εκεί που η διαδρομή μου έλεγε αριστερά οι ταμπέλες έλεγαν ευθεία, ένας καφενές στην στροφή ακριβώς και σταματώ να ρωτήσω, με καθαρά Ελληνικά μου απαντάνε 2 άντρες και μου λένε να πάρω τον άλλο δρόμο, SH80, και να μην συνεχίσω με τον SH75 γιατί είναι πολύ άσχημος. Ο ηλικιωμένος απ΄τους 2 άντρες με ρωτάει από που είμαι και στο άκουσμα Κύπριος με καλεί για καφέ. Παρκάρω και καθόμαστε με τον κ. Κώστα όπως λέγεται. Γέννημα θρέμμα από Κεράσοβο και διαμένει Αθήνα τα τελευταία 25 χρόνια. Συνταξιούχος τώρα με 2 κόρες στο εξωτερικό να ζουν. Τα ίδια δυστυχώς μου είπε κι΄αυτός, όλοι φεύγουν και ο τόπος ερημώνει. Έχει ένα σπιτάκι εδώ που το επισκεύασε και έρχεται συχνά.

Τα είπαμε λιγάκι, δεν με άφησε να πληρώσω και ξεκινώ, ο δρόμος SH80 πολύ καλός και γρήγορος σχετικά και σε χρόνο ρεκόρ είμαι στο Λιασκοβίκιο (Leskovic), απ΄εδώ είμαι στον Γράμμο. Αχ βρε Βέμπο, ΑΕΡΑ ακόμα αντηχεί στα βουνά της Πίνδου, είμαι στα λημέρια των στοίχων σου που αγέρωχα εμψύχωσες τον Ελληνισμό του Όχι, εσύ η τραγουδίστρια της Νίκης που με τις ηρωικές σου νότες οδήγησες πανηγυρικά τον Ελληνικό στρατό ενάντια στον μακαρονά Μουσολίνι, αυτά σου τα τραγούδια που ακόμα αγγίζουν καρδιές, εξυμνούν και ένα Ελληνισμό που δυστυχώς... αργοπεθαίνει. Οδηγώ τον τίγρη και σιγοτραγουδώ άσματα του έπους αυτού προσπαθώντας να κάνω εικόνα εκείνο το φθινόπωρο/χειμώνα του 1940/41 με τις μάχες σ΄αυτά τα βασανισμένα και πονεμένα μέρη. Μια στιγμή, μια φάση στην ζωή μου που ανάμενα να νιώσω από την στιγμή που σχεδίαζα το ταξίδι αυτό.  Το όρος Γράμμος στην οπτική μου αίσθηση, να βρίσκομαι στα μέρη αυτά που ξεχειλίζουν από Ελληνική ιστορία, κουλτούρα, παραδόσεις αλλά και πολέμους εδώ και αιώνες, εγώ εδώ μοναχός μου με μια φορτωμένη μηχανή σαν ένα νέο/μοντέρνο Παυσανία, με χαροποιεί όσο τίποτε άλλο. Οδήγησα σε αρκετούς ιστορικούς χώρους σε Ευρώπη και Ασία αλλά εδώ το συναίσθημα μου βγαίνει πολύ δυνατό, τα μέρη εδώ είναι η καρδιά ενός Ελληνισμού που δάκρυα κυλούν όταν αναπολείς σκεφτόμενος τα δρώμενα που έχουν διαπραχτεί μέσα στα χιλιάδες χρόνια του παρελθόντος και ειδικότερα των τελευταίων αιώνων, είναι πασιφανές ότι στα μέρη εδώ βλέπω μια άλλη κόπια της Κύπρου. Μια ιστορική αντιγραφή ίδια με την Κύπρο που παραμείναμε ΕΛΛΗΝΕΣ εδώ και τόσους αιώνες παρόλες τις κατακτήσεις και διωγμούς, παραμείναμε ΕΛΛΗΝΕΣ μ΄ένα όνειρο γραμμένο στην καρδιά μας της ένωσης με Ελλάδα, μιας Κύπρου που επίσης ξεχάστηκε από τον Ελληνισμό, προδομένη και αυτή απ΄τήν ίδια της την μάνα... σταμάτησα να ηρεμήσω, μόνος εκεί στα βουνά του Γράμμου με τις σκέψεις και εικόνες να περνάνε με ταχύτητες φωτός. Τεπελένι ή Μόρφου, Αργυρόκαστρο ή Αμμόχωστος, Αγ. Σαράντα ή Λάπηθος, Δερβιτσάνη ή Ριζοκάρπασο, Κορυτσά ή Κερύνεια... ποιό είναι διαφορετικό, ποιό είναι λιγότερο αφημένο, ποιό είναι λιγότερο παρατημένο, ΠΟΙΟ ΕΙΝΑΙ ΛΙΓΟΤΕΡΟ ΠΑΙΔΙ ΤΗΣ ΜΑΝΑΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ??? Δεν γίνετε, είναι ασύλληπτο στο νου ενός απλού θνητού ότι μια χώρα έπαιξε τα χαρτιά της τόσο λάθος σε τόσες περιπτώσεις... τα λόγια στέρεψαν εντελώς, δεν ξέρω τι να πω άλλο. Μια βαθειά ανάσα, ένα τελευταίο τσιγάρο, μια τελευταία ματιά στο πλούσιο τοπίο των ηρωικών αυτών πλαγιών ποτισμένο με Ελληνική πίστη, αίμα και καρδιά, ανεβαίνω στην μηχανή και ακολουθώ σαν πιστό σκυλί την προγραμματισμένη διαδρομή μου και... μην με ρωτήσετε πόσο φορτισμένος είμαι.

Ο δρόμος χάλια, στενός και φιδίσιος, οδηγάω με χαμηλές ταχύτητες γιατί οι Αλβανοί οδηγούν όπου τους βολεύει. Τυφλές στροφές πολλές και μου θύμισε το Durmitor όπου σε μια στροφή κτύπησε η μια μου μπαγκαζιέρα με αυτοκίνητο απέναντι. Το τοπίο εναλλάσσεται, δάση πυκνά, οροπέδια, περάσματα και κακοτράχαλοι δρόμοι. Εδώ το Φθινόπωρο μπήκε για τα καλά, κιτρινισμένα φύλα παντού όπως και δέντρα. Το κρύο δεν είναι πολύ, 18-19 βαθμούς παρόλο που το υψόμετρο κυμαίνεται από 850 μέχρι 1100 μέτρα. Κίνηση λιγοστή, είμαι μόνος εδώ πάνω και ελπίζω όλα να πάνε καλά γιατί εάν τύχει κάτι, ποιός με σώζει εδώ στα ψηλά και απόμερα.

Η διαδρομή περνά και το μικρό χωριό Barmash όπου δίπλα το χωριό Μεσάρε. Εδώ γεννήθηκε ο Χασάν Ταχσίν Πασάς, αξιωματούχος των Οθωμανών. Αυτός παρέδωσε την Θεσσαλονίκη στους Έλληνες κατά τον Α΄Βαλκανικό πόλεμο, η 8η στρατιά του ηττήθηκε από τους Έλληνες και έτσι αναγκάστηκε να παραδώσει την Θεσσαλονίκη. Αλβανός γέννημα θρέμμα, σπούδασε στα Ιωάννινα, μιλούσε άπταιστα Ελληνικά, παντρεμένος με εξισλαμισμένη Ελληνίδα. Γι΄αυτό προτίμησε να δώσει την Θεσσαλονίκη στους Έλληνες παρά στους Βούλγαρους και όχι αυτό που πιστεύουν πολλοί ότι ήταν ένας «καλός» και «δίκαιος» Οθωμανός. Κάποτε δεν ξέρω τι να πιστέψω πλέον, η ιστορία πια είναι τόσο αλλοιωμένη για τα προσωπικά συμφέροντα και πολιτικές πεποιθήσεις όλων. 

Μπαίνω Ερσέκα, Erseke, μια μικρή πόλη στους πρόποδες του όρους Γράμμου στο νομό Κορυτσάς γνωστή για τα βιολογικά της μήλα και παραγωγή μελιού. Εδώ ζούσε και το Ελληνικό φύλο Δασαρρέτες που ανήκε στους Χάονες. Η πόλη καλούτσικη, στο κέντρο για μια γρήγορη στάση και τσιγάρο.

Απ΄εδώ άρχισα να χορεύω Κυπριακή Σούστα (παραδοσιακός χορός / σούστα = ελατήριο), όχι δεν είμαι στο τσακίρ κέφι αλλά ο δρόμος είναι χάλια με καρούμπαλα ασταμάτητα. Μηχανή, αναρτήσεις και κοκαλάκια μου να τραβούν αυτό το μαρτύριο, τυπικός επαρχιακός Αλβανικός δρόμος. Αυτό το σκηνικό κράτησε αρκετά και σαν από μηχανής θεός, τσουφ, νέος δρόμος με υπέροχη άσφαλτο που με αφήνει να αναπτύξω ταχύτητες κοντά στα... 100 χλμ/ω, γουάω.

Εδώ στις ψηλές πεδιάδες (800 μέτρα) της Κορυτσάς με εικόνες χωρίς ιδιαίτερη χάρη, μπαίνω στην Κορυτσά... με την μηχανή μου και όχι με το όπλο μου αν και δεν θα με πείραζε.

Στην πεδιάδα της Κορυτσάς η Μυκηναϊκή κεραμική ήρθε την Υστεροελλαδική εποχή και οι φυλές εκεί μιλούσαν μια βορειοδυτική Ελληνική διάλεκτο. Εκείνη την εποχή περίπου ζούσαν εδώ τα Ελληνικά φύλα Χαόνων και Μολοσσών. Η νεότερη πόλη της Κορυτσάς χρονολογείται από το τέλος του 15ου αιώνα. Η Κορυτσά πήρε άνοδο μετά την λεηλασία από Αλβανούς της κοντινής Μοσχόπολης, διετέλεσε εμπορικό και πνευματικό κέντρο της περιοχής με πολλά Ελληνικά σχολεία και σωματεία. Το πρώτο Ελληνικό σχολείο ιδρύθηκε το 1724 και το 1857 σχολείο Θηλέων.

Η πόλη αρκετά συμπαθητική, ωραίο περιποιημένο και χαριτωμένο κέντρο με την Ορθόδοξη εκκλησιά να δεσπόζει. Όμορφα βαλμένα σχεδόν όλα, κόσμος να κινείται στους δρόμους και στα καφέ, Σαββάτο μέρα βλέπετε, αλλά δεν σταματώ, θέλω να βρεθώ σύντομα στην λίμνη Οχρίδα. Ήθελα να πάω και Μοσχόπολη αλλά η διαδρομή των 90 χλμ περίπου μέχρι Κορυτσά δεν μου άφησε κόκκαλο που να μην το ταρακούνησε, με κούρασε αρκετά.

Φτάνω Pogradec με φόντο την αγαπημένη μου λίμνη, ακόμα και από Αλβανικής πλευράς την βλέπω σαν μια γλυκιά πανέμορφη νεράιδα. Όχι δεν ήπια γουλιά αλκοόλ σήμερα αν και σκοπεύω άμεσα μόλις φτάσω σε καμιά ταβερνούλα για βραδινό. Μπαίνω στην Σκοπιανή μεριά της βαθύτερης Βαλκανικής και μεταξύ των παλαιοτέρων της Ευρώπης λίμνης Οχρίδας ή στα αρχαίο-ελληνικά Αχρίδα, δίπλα από την περιφέρεια της Πελαγονίας, μιας λίμνης που κρατάω αναμνήσεις εδώ και χρόνια σ΄ένα παλαιότερο μου ταξίδι, αναμνήσεις κράτησε και ο Στράβωνας για την λίμνη, ως και αυτός με ζήλεψε ο άτιμος!!! Σκόπια μπαίνω απλά για να φτάσω γρηγορότερα σε Βουλγαρία, γενικά δεν έχω κάτι ιδιαίτερο να δω αν και έχει κάποια ενδιαφέροντα όμως δεν είναι στην διαδρομή μου, τ΄αφήνω για μια άλλη φόρα που θα είμαι στην χώρα. Οδηγώ δίπλα από ακτές τις λίμνης σ’ ένα στενό δρόμο με τα κρυστάλλινα νερά της να αντανακλούν ειδυλλιακά τοπία για τα ματάκια μου τα γλυκά. Δεξιά μου βλέπω τον δρόμο R2332 για όρος Γκαλιτσίτσα (Galicica) με υψόμετρο

20181020_082213.jpg
20181020_100656.jpg
20181020_081418.jpg
20181020_091845.jpg
20181020_103945.jpg
20181020_114150.jpg
20181020_112254.jpg

πέραν των 2000 μέτρων που κατεβαίνει στις Πρέσπες, μια φιδίσια διαδρομή που σκαρφαλώνει το βουνό πολύ γρήγορα με μαγευτικές θεάσεις ειδικότερα της λίμνης Οχρίδας, θα ήθελα να τον ξαναβγώ αλλά δεν με παίρνει η ώρα μιας και έχω επισκέψεις εν αναμονή στην πόλη Οχρίδα. Το απόγευμα μπήκε για τα καλά, άλλαξε απόχρωση ο ουρανός, μια όμορφη γλυκάδα χρωμάτων απλώνετε πάνω στα πράα νερά της λίμνης καθώς σπαταλώ τα τελευταία 20 χιλιόμετρα της μέρας με διανυκτέρευση στην Οχρίδα.

Η ομώνυμη πόλη είναι η ομορφότερη και πιο άξια επίσκεψης στην χώρα των Σκοπίων. Μπαίνω στην μικρή και όμορφη πόλη, αφήνω πραμάτεια στο μικρό ξενοδοχείο που έκλεισα ήδη και στην λίμνη τρεχάτος για καφέ, η καλύτερη θέα πάνω στο κάλμα/ανύπαρκτο κύμα, καφέ και τσιγάρο, δεν ήθελα κάτι αλλιώτικο εκτός βέβαια μαζί και το δειλινιάτικο τοπίο. Τέτοια εποχή περίμενα λιγότερο τουρισμό αλλά έστω και έτσι η απόλαυση μεγάλη αφού επικρατεί γενικά μια υπέροχη ηρεμία. Το κεφάλι μου με κατεύθυνση να βλέπει τα ήρεμα νερά της λίμνης με τα απογευματινά χρώματα, στο καθιερωμένο μου τραπεζάκι όποτε βρεθώ εδώ, πάνω στον τσιμεντένιο μώλο στην άκρη των εστιατορίων μόλις εκατοστά από τα νερά της λίμνης...ΔΕΝ ΧΡΕΙΑΖΟΜΑΙ ΤΙΠΟΤΑ ΑΛΛΟ.

Η περιοχή εδώ, Οχρίδα, πρωτοκατοικήθηκε από την αρχαία Ελληνική φυλή των Δεσσαρητών και την Ιλλυρική φυλή των Εγχελών. Ήταν ήδη πόλη από την εποχή του Φίλιππου Β΄της Μακεδονίας. Το όνομα της πάρθηκε από το Ελληνικό «Λυχνίς» εννοώντας πόλη του φωτός. Η μυθολογία μας πάλι εδώ, λέει ότι ο Φοίνικας, πρίγκηπας του Κάδμου, εξορισμένος από την Θήβα ήρθε εδώ στους Εγχελούς και ίδρυσε την πόλη με το όνομα Λύχνιδος. Η πόλη ανήκε στο πέρασμα της Εγνατίας οδού που ένωνε το Δυρράχιο με το Βυζάντιο. Πολλοί Έλληνες όπως και Σλάβοι έζησαν εδώ μέχρι την μείωση τους λόγω Οθωμανικής κατοχής.

Αποχαβλωμένος αφήνω τον πανέμορφο καφέ μου και πρόσω ολοταχώς για παλιά λημέρια της πόλης με τα ενδιαφέροντα σημεία. Οδηγώ στα στενά σοκάκια πάνω στο λόφο της πόλης νιώθοντας ότι παραβιάζω τον χώρο γιατί είναι τόσο στενόχωρα και τόσο όμορφα που φοβάμαι ότι κάνω κάτι λάθος, σάμπως βιάζω τον χώρο που κείτεται τόσο όμορφα. Πρώτη επίσκεψη το αρχαίο θέατρο της πόλης.

 

Χρονολογείται από την Ελληνιστική περίοδο, 200 π.Χ., είναι το μοναδικό στην χώρα ελληνιστικού τύπου. Ανασκαφές την δεκαετία του ’80 βρήκαν αναπαραστάσεις του θεού Διόνυσου και των Μουσών. Την εποχή των Ρωμαίων το θέατρο χρησιμοποιείτο για μονομαχίες όπως επίσης για θανατώσεις χριστιανών σε κοινή θέα. Αυτό έκανε τους ντόπιους να μισήσουν τον χώρο και όταν η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία κατέρρευσε, το θέατρο τάφηκε από τους κατοίκους της πόλης έτσι διατηρήθηκε σε καλή κατάσταση.

Σε απόσταση με πόδια βρίσκεται και το κάστρο του Σαμουήλ.  Όσο από θέα, απλόχερα δίνετε στον επισκέπτη. Τα ψηλά τείχη περιτριγυρίζουν το κάστρο που βρίσκεται σε λόφο και δεσπόζει της μικρής πόλης.

 

Βρίσκεται σε μια ειδυλλιακή τοποθεσία με άπλετη θέα της λίμνης. Πρόσφατες έρευνες λένε ότι το φρούριο βρίσκεται κτισμένο σε παλαιότερο φρούριο του 4ου αιώνα π.Χ. και ίσως το έκτισε ο Φίλιππος Β΄της Μακεδονίας. Το φρούριο διατέλεσε ως πρωτεύουσα της Α΄Βουλγαρικής αυτοκρατορίας τον 10ο αιώνα μ.Χ. και με βασιλειά τον Τσάρο Σαμουήλ.

Βραδάκι με βρίσκει στο συνηθισμένο μου εστιατόριο στην άκρια της προκυμαίας, πάνω στα νερά τη λίμνης, βέβαια μέσα κάθισα γιατί φυσούσε και το κρύο υπαρκτό. Σουπίτσα μετά μπύρας, ωραίος συνδυασμός Ε!!!

__________________________________

Συννεφιασμένο πρωινό, ορεξάτο για βροχή, επιτέλους βλέπω το Φθινόπωρο να μπαίνει. Κάνω κάποιες αγορές για τον δρόμο, φουλάρω και ξεκινώ διαδρομές. Κυριακή σήμερα και οι δρόμοι άδειοι, υπέροχο, με τον συννεφιασμένο ουρανό και την θερμοκρασία στους 10 βαθμούς το κάνει ακόμη καλύτερο. Διαδρομή απλή, τίποτα να επιδείξει σε ομορφιά και εγώ οδηγώ στους χαλαρούς ρυθμούς μου, δρόμος Α2 προς Kichevo. Δεν μπαίνω στο Kichevo, συνήθως προτιμώ για στάση απόμερους και με την φύση αντάμα τόπους, ακόμα και στο στέκωντας μ΄ένα τσιγάρο στο στόμα να αγναντεύω ότι απλόχερα δίνετε μπροστά μου.

Καφέ ακόμα δεν ήπια αφού δεν βρήκα τίποτα στην διαδρομή, μετά το Kichevo βλέπω πινακίδα βενζινάδικου που παρέχει υπηρεσίες.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Σταματάω, μπαίνω και μου λέει η κοπελιά... δεν έχουμε. Μα πως γίνετε να μην έχετε της απαντώ και μου λέει δεν έχουμε νερό, εκεί που με πιάνει πανικός κάνω ιδέα, της λέω έχω νερό και καφέ μαζί μου, απλά ζέστανε μου το νερό... κι΄έτσι αγαπητοί μου φίλοι είχα καφέ.

Σαν έπινα τον καφέ μου βλέπω εκεί δίπλα την μηχανή για έλεγχο πίεσης ελαστικών, δεν τα κοιτάζω λέω. Βάζοντας το πιεστικό μου έδειξε πέραν των 3 bar για μπροστινό και βγάζω αέρα, το ίδιο και το πίσω και τελικά ο βλάκας αργά κατάλαβα ότι το μηχάνημα πρέπει να ήταν χαλασμένο. Καπνίζω 2 τσιγάρα και φεύγω, στον κυκλικό κόμβο που βρίσκω μπροστά μου παραλίγο να αγοράσω οικόπεδο, Α λέω, άμεσα για αέρα και έτσι έκανα.

Η διαδρομή συνεχίζετε στα ίδια μοτίβα, υψόμετρο γύρω στα 700 μέτρα, θερμοκρασία ανέβηκε λιγάκι στους 12 και τα σύννεφα εκεί σαν μπάστακας. Πολλές σημαίες Αλβανίας βλέπω ειδικότερα σε χωριά, έπρεπε να το καταλάβω βέβαια γιατί βρήκα 1-2 αυτοκίνητα απέναντι μου να προσπερνούν και όποιον πάρει ο χάρος. Αρχίζω να παίρνω αργά αργά υψόμετρο, τα δέντρα γίνονται κίτρινα, κόκκινα και το κλασσικό πράσινο. Μια πανδαισία χρωμάτων του δάσους, έβλεπα από μακρυά κομμάτια του δάσους κίτρινα, παραδίπλα κόκκινα... ήταν ένας πανέμορφος συνδυασμός. Ένα πανέμορφο Φθινοπωρινό μοτίβο που ξετρέλανε τα μάτια μου. Είμαι στην άκρη του  εθνικό δρυμό του Μαυρόβου στα 1100 μέτρα. Έδωσα πάνω στην καλύτερη εποχή για να απολαύσω αυτήν την ομορφιά της φύσης. Βέβαια πλήρωσα και το τίμημα αφού η θερμοκρασία έπεσε στους 8.

Λίγο πριν από πόλη Gostivar το χωριό Vrutok, απ΄εδώ πηγάζει ο ποταμός Βαρδάρης ή Αξιός όπου χύνεται στο Αιγαίο, μεριά της Θεσσαλονίκης. Μετά το Gostivar εισέρχομαι στην πεδιάδα του Polog και στα αριστερά μου παρέα μου κάνει το όρος Σκάρδος με ψηλότερη κορυφή στα 2,748 μέτρα και βρίσκεται στην μεριά του Κοσόβου, εδώ η περιοχή έχει μεγάλο Αλβανικό πληθυσμό. Τα όρη αυτά είναι γνωστά από την αρχαιότητα όπως αναφέρουν Πολύβιος και Πτολεμαίος. Απ΄εδώ συνεχίζω με σχετικό αυτοκινητόδρομο, σχετικό γιατί παρά τις 4 λωρίδες και κλειστό με συρμάτινο φράχτη, είδα πολλά σκυλιά στο δρόμο.

Το κρύο γίνετε πιο τσουχτερό για κάποιο λόγο, φοράω ότι έχω και δεν έχω, θερμαινόμενες χειρολαβές αναμμένες, buff, επιπλέον μπουφάν μπας και ζεσταθώ. Αμέτρητα διόδια στον δρόμο σε διαστήματα ανά 10 χλμ περίπου απόστασης το καθένα... κ ύστερα παραπονιέστε για την Ελλάδα. Δεν δέχονται ευρώ εκτός εάν είναι το ακριβές ποσό, δηνάρια δεν είχα και έτσι καθάριζα με βίζα... ίσως θα έχω το ρεκόρ συνεχών αγορών των 50 και 60 σεντς.

Κοντεύω πόλη των Σκοπίων, αρχίζει να ψιχαλίζει. Σταματάω γιατί εάν βρεχτώ δεν έχω άλλα ζεστά ρούχα και βάζω πλήρες αδιάβροχα ακόμα και στα γάντια μου. Μπαίνοντας από περιφερειακό Σκοπίων η βροχή και άνεμος δυνάμωσαν, αυτό κράτησε μέχρι να βγω με κατεύθυνση πλέον Κουμάνοβο. Βγαίνω από αυτοκινητόδρομο για το Κουμάνοβο και συνεχίζω με επαρχιακό δρόμο. Κλασσικό τοπίο χωρίς κάτι να επιδείξει στον ταξιδιώτη, μικρά χωριά διαδέχονται το ένα το άλλο, φτώχεια υπαρκτή δυστυχώς, τους λίγους ανθρώπους που είδα ασχολούνταν καθαρά με την καλλιέργεια. Η μυρωδιά του καμένου ξύλου στην ξυλόσομπα γεμίζει την ατμόσφαιρα κάνοντας με να θέλω να την αράξω σε μια ζεστή γωνιά, θερμοκρασία γύρω στους 8,5 έλεγε η ακριβές και μοντέρνα κονσόλα του τίγρη, η ψιλή βροχή ξανάρχισε, η διαδρομή έγινε πιο φιδίσια με περάσματα από δασώδης περιοχές, όλο αυτό το σκηνικό όσο κόντευα τα σύνορα δυνάμωνε.

Παίρνω τα σύνορα εύκολα και γρήγορα, το ένα σύνορο δίπλα σχεδόν απ΄τό άλλο. Βουλγαρία δεν έχω ξαναέρθει έτσι άδραξα της ευκαιρίας σαν κατεβαίνω Ελλάδα να βάλω ακόμη μια χώρα στον προσωπικό μου κατάλογο χωρών. Ήρθα επίσης να κάνω 2-3 πολύ ωραίες διαδρομές που άλλοι μότο-ταξιδιώτες προτείνουν ως must για την χώρα αυτή, και να΄με εδώ. Μπαίνοντας Βουλγαρία θυμήθηκα το παρακάτω συμβάν – οι Βούλγαροι στην Κύπρο ήθελαν ένα χώρο για να δημιουργήσουν το Σπίτι της Βουλγαρίας και η κυβέρνηση μας τους έδωσε ένα σπίτι στην οδό... Βασιλείου του Βουλγαροκτόνου. Καταλαμβαίνετε τι έγινε και εν μέρει είχαν δίκιο οι Βούλγαροι, λέτε κάτι ήθελε να πει η δικιά μας κυβέρνηση, δεν νομίζω παρόλο που εδώ και αιώνες οι Βούλγαροι ποτέ δεν υπήρξαν «φίλοι» του Ελληνισμού, μάλλον το αντίθετο (τουλάχιστον σε πολιτικό επίπεδο).    

Πόλη διανυκτέρευσης το Κιούστεντιλ με την βροχή να κάνει παύση. Ήσυχη και μικρούλα πόλη και για μια διανυκτέρευση είναι πολύ οκ.

 

Η πόλη στην αρχαιότητα ονομαζόταν Παυτάλια, πόλη των πηγών στα Θρακικά. Τον 1ο αιώνα μ.Χ. διοικητικά ανήκε στην Ρωμαϊκή επαρχία της Μακεδονίας. Είναι γνωστή για τα ιαματικά της νερά και σαν κέντρο λουτροθεραπείας. Παραπόταμος του Στρυμόνα την διαπερνά.

__________________________________

Το καμπαναριό μου σήμερα άρχισε να βαρά στις 8 πρωινή, έχω 330 χλμ να καλύψω μέχρι Βέλικο Ταρνόβο. Σύντομα με βρίσκω στο μικρό και πολύ γουστόζικο ξενοδοχείο μου να παίρνω πρωινό έξω στην μπροστινή μικρή αυλή. Μουντή η ατμόσφαιρα με το κρύο να τσιμπάει λίγο. Ξεκινώ με δρόμο 6 προς Σόφια. Καλούτσικη διαδρομή χωρίς κάτι όμως τρομερό, θερμοκρασία στους 11 βαθμούς και ο ουρανός σκεπασμένος

20181020_144800 - Copy.jpg
Κύριλλος & Μεθόδιος (Ωχρίδα)
20181020_143304.jpg
20181021_102559.jpg
20181021_094631.jpg
20181021_183720.jpg
20181021_183933.jpg
20181021_110139.jpg
20181021_102452.jpg

με χαμηλή αραιή συννεφιά.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Κοντεύοντας Σόφια το ίδιο σκηνικό με πάρκο Μαύροβο, κόκκινα και κίτρινα δέντρα συνδυασμένα με το κλασσικό πράσινο μου κάνουν μια όμορφη παρέα. Βέβαια εδώ ήταν κάπως λιγότερο έντονο το χρώμα αλλά δεν έπαυε να χαροποιεί τα μάτια μου. Αυτοκινητόδρομος για να περάσω εύκολα την Σόφια, πριν την Σόφια εργοστάσια παρατημένα, σταθμοί τραίνων εγκαταλειμμένοι, βαγόνια σκουριασμένα, χωριά φτωχικά... μια εικόνα παρακμής που μ΄έκανε να νιώσω λύπη. Τα παλιά μπλοκ πολυκατοικιών τύπου πρώην Σοβιέτ κάνουν κι΄αυτά την εμφάνιση τους, τελείως απεριποίητα και με παντελώς ίχνος συντήρησης.

Βγαίνω της Σόφιας και η σχεδιασμένη μου διαδρομή με βάζει έξω από τον αυτοκινητόδρομο για επαρχιακούς δρόμους που λατρεύω να διαπερνώ. Εδώ άρχισα να χορεύω Αντικριστό, ο δρόμος γεμάτο τρύπες και εγώ να κρατάω όλο τον δρόμο για να τις αποφεύγω, σε μερικές περιπτώσεις σταμάταγα σχεδόν τελείως για υπερπηδήσω τα διάφορα ευτράπελα που είχε ο δρόμος, πολύ άσχημος δρόμος και κράτησε μέχρι να πάρω την απόφαση να βγω ξανά αυτοκινητόδρομο που ευτυχώς δεν πολυάργησε να γίνει αυτό. Έμοιαζε πολύ με Αλβανικής μορφής αλλά όσοι έχουν οδηγήσει σε Βαλκανικούς επαρχιακούς δρόμους ξέρουν τι λέω. Αχχχ, επιτέλους δρόμος καλός.

Με την συννεφιά εκεί να καλύπτει τον ήλιο και με θερμοκρασίες από 9 μέχρι 12 να κυμαίνονται, οδηγώ στον βαρετό αυτοκινητόδρομο. Βλέπω ότι κάπου στα 130 χλμ πριν το Βέλικο Ταρνόβο η διαδρομή με βάζει σε επαρχιακό πάλι, άρχισα να αγχώνομαι. Καθώς οδηγούσα έψαχνα στο μαραφέτι μου (GPS) εναλλακτικές λύσεις για να μην βγω και που τελικά δεν εναλλακτική. Ήρθε η ώρα της αλήθειας, τελικά είχα... ΛΑΘΟΣ, αγχώθηκα άδικα, ο δρόμος ήταν μεν διπλής κατεύθυνσης αλλά πολύ καλή άσφαλτος, ανοιχτές στροφές και σου επέτρεπε να αναπτύξεις μέχρι τα 110 χλμ/ω. Απόλαυση, ο ήλιος άρχισε να πετάγεται κάθε λίγο και λιγάκι και επιτέλους η θερμοκρασία ανέβηκε αισίως στους 15,5 βαθμούς. Τις τελευταίες 2 μέρες γυαλιά ηλίου δεν φόρεσα, μέσα στην συννεφιά οδηγώ και στην βροχή.

Η διαδρομή κάθε τόσο γίνεται πολύ όμορφη, άλση κατά μήκος της διαδρομής, δρόμος 4, ζωγραφίζουν όμορφα την φύση και η απόλαυση ανεβαίνει. Στα αριστερά μου, 60 περίπου χιλιόμετρα πριν το Βέλικο, στο βάθος, αχνοφαίνεται το όρος Αίμος.

 

 

 

 

 

Τις διαβάσεις του όρους χρησιμοποιούσαν από τα αρχαία χρόνια για μεταναστεύσεις και επιδρομές π.χ. ο Μ. Αλέξανδρος εναντίον των Θρακών. Οι Έλληνες την εξερεύνησαν από την Μυκηναϊκή εποχή και πολλοί αρχαίοι περιηγητές και γεωγράφοι την αναφέρουν, κυρίως ο Ηρόδοτος. Το όρος αποτελεί φυσική προέκταση των Καρπαθίων ορών.

Στάσεις για φώτο αρκετές. Τα χωριουδάκια αν και τα πλείστα σε μια σχετική άθλια δυστυχώς κατάσταση, έχουν και αυτά τα μερτικό τους στην όλη παρουσίαση του τοπίου που απλώνετε μπροστά μου. Μπορώ να πω ότι δεν περίμενα να χαρώ τόσο πολύ αυτά τα τελευταία 100 χλμ προς τον προορισμό μου.

 

 

 

 

Το Βέλικο Ταρνόβο με καλωσορίζει, ώρα 1,30 μεσημέρι. Την αράζω λίγο στο δωμάτιο που ενοικίασα και κάτω στην πόλη για περιδιάβαση, στην παλιά πόλη. Επειδή τα 350 χλμ έχουν την επίδραση τους πάνω στο κορμί μου, να περπατήσω την παλιά πόλη δεν είχα τέτοιες δυνάμεις έτσι αρκέστηκα σε αρκετές γύρες μέσα στα στενά πετροσόκακα για βίντεο και φώτο. Αρκετά συμπαθητική η παλιά πόλη με ωραία παλιά σπίτια και οικοδομήματα. Εκεί στα τείχη Tsarevets σταμάτησα, με έντονη θέα το καθεδρικό ναό/πατριαρχείο της αναλήψεως, πρωτοκτισμένη τον 12ο αιώνα και ξανακτισμένο αρκετές φορές λόγω πολέμων.  

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Η πόλη των Τσάρων ονομαζόταν και ήταν γνωστή σαν η πρωτεύουσα της 2ης Βουλγαρικής Αυτοκρατορίας. Η πόλη διασχίζεται από τον ποταμό Yantra και έχει 3 λόφους με την παλιά πόλη επάνω τους, Trapezitsa, Tsarevets και Sveta Gora. Κατά το τέλος της Βυζαντινής εποχής η πόλη θέλησε να ονομαστεί η Τρίτη Ρώμη λόγω των διαπρεπών της επιρροών στην ανατολική Ευρώπη.  Το Βέλικο Ταρνόβο δριβεί από ιστορία όπως και ιστορικές επιρροές μέσω των αιώνων. Η παλιά πόλη ειδικότερα είναι γεμάτη από εκκλησιές και ναούς. Σε 20 χλμ βόρεια της πόλης βρίσκεται και η Ρωμαϊκή/Βυζαντινή πόλη Νικόπολης ή προς Ίστρο.

Την αράζω σ΄ένα μαγαζάκι στην παλιά πόλη για ένα σάντουιτς και καφέ, ο τουρισμός πεσμένος φυσικά αλλά από τις υποδομές καταλαβαίνω ότι η πόλη πρέπει να δέχεται κυρίως τους καλοκαιρινούς μήνες, πολλές χιλιάδες επισκέπτες.

__________________________________

Σήμερα έδωσα στον εαυτό μου 30 λεπτά περισσότερα, 8:30 πρωινή είχα το εγερτήριο μου. Πρωινό έξω στην βεράντα και ξεκινώ, σήμερα έχω 260 χλμ μέχρι Φιλιππούπολη (Plovdiv), γι΄αυτό βλέπετε κέρδισα 30 λεπτά περισσότερο ύπνο. Η μέρα καλούτσικη, λίγα σύννεφα στο ουρανό και με θερμοκρασία όμως 8 βαθμούς καθώς οδηγούσα δρόμο 5 για Γκάμπροβο. Ήμουν ακόμα λίγο κοιμισμένος και οι ρυθμοί μου αργοί σε μια υπαίθρια διαδρομή που δεν έλεγε και πολλά. Αυτοκίνητα λίγα, δρόμος καλός και σπαταλώ χιλιόμετρα σαν βλαμμένο.

Μετά την πόλη Γκάμπροβο σύντομα ξεκινά το πέρασμα Shipka. Από νωρίς δείχνει πόσο πανέμορφο τοπίο κατέχει, μέσα στην καρδιά του Φθινοπώρου οι εικόνες είναι απλά μαγευτικές.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Κάθε στροφή κρύβει και μια ομορφιά, κάθε στροφή είναι ένας νέος πίνακας, είμαι απόλυτα σίγουρος ότι το Φθινόπωρο είναι ο φταίχτης για μια τέτοια ομορφιά. Για κάποιο ανεξήγητο λόγο η θερμοκρασία γύρω στους 10 και δεν κρυώνω, τα θερμαινόμενα χερούλια έσβησαν, το 2ο buff βγήκε και παρόλο που παίρνω υψόμετρο, η θερμοκρασία ανεβαίνει... αυτός ο Μέρφυ θα μας τρελάνει. Το πέρασμα είναι μόνο 13 χλμ μήκος και ενώνει τις επαρχίες Stara Zagora και Γκάμπροβο. Ο δρόμος βρεγμένος από την υγρασία του πρωινού, κόκκινα φύλλα καλύπτουν αρκετά την οδό, ολοκίτρινα δέντρα ολόγυρο μου, οι ακτίνες του λιγοστού ήλιου δεν πολύ περνούν από τα φυλλώματα του πυκνού δάσους κι΄εγώ με το δίτροχο μου να δένω μέσα σ΄αυτό το σκηνικό καθώς ανεβαίνω το πέρασμα που ήξερα από πριν ότι αξίζει επίσκεψης. Τέτοιες σκηνές είναι που ποτέ δεν θα ξεχάσεις, που πάντοτε θα αναπολείς, που θα μείνουν παντοτινά αποτυπωμένες στο μυαλό... οι Αναμνήσεις του Δρόμου.

Ο δρόμος σε ανεβάζει στα 1180 μέτρα, στην κορυφή υπάρχουν και κάποιες εγκαταστάσεις για φαί και καφέ. Επίσης εδώ είναι οι παράδρομοι που ενώνουν το μνημείο Shipka και μνημείο Buzludzha. Στο Buzludzha δεν πήγα γιατί είναι ένα απαίσιο κτίσμα σαν ούφο, έτσι πήγα στο Shipka.

Το μνημείο είναι στην κορυφή Stoletov και μνημονεύει τους νεκρούς του Ρωσσο-τουρκικού πολέμου, 1877/78, αφού και Βούλγαροι βοήθησαν να ελευθερωθεί η χώρα τους. Το τεράστιο μνημείο σαν πυραμίδα λειτουργεί και σαν μουσείο. Κανόνια του πολέμου διακοσμούν την περιοχή εκεί.

Κάθομαι λίγο, βγάζω τις φώτο μου, τραβάω τα βίντεο μου, απολαμβάνω τοπίο και στιγμή και έφυγα. Η κατάβαση αρχινά με το τοπίο στο ίδιο ακριβώς υπέροχο μοτίβο. Στην πόλη Shipka αρχίζουν πεδινές διαδρομές, άχαρες κυρίως. Συνεχίζω με πόλεις Καζανλούκ και Stara Zagora και μετά δεξιά προς Φιλιππούπολη. Στάση για καφέ στην Καζανλούκ, παρκάρω, βγάζω περιττό ρουχισμό, παίρνω μαζί μου πορτοφόλι – κινητό – κράνος και η κοπελιά στο καφέ μου λέει δεν παίρνει κάρτα ούτε και ευρώ... καλά να μου κάνει γιατί έχει από χτες που έλεγα να πάρω Λέβα αλλά αμελούσα. Ξαναβάζω σακάκι, κράνος, βάζω άλλα είδη στο tank-bag και γυρίζω στην πόλη να βρω μηχανή ανάληψης, σε 10 λεπτά ήμουν πίσω στο καφέ και η κοπελιά με χαμόγελο και έκπληξη συνάμα με καλωσορίζει, υπέροχος καφές και 2 Λέβα, 1 ευρώ.

Μεσημεράκι φτάνω στην 2η μεγαλύτερη πόλη της χώρας. Λίγη ώρα ξεκούρασης και κάτω στην παλιά πόλη. Το ξενοδοχείο που έκλεισα ήταν κοντά έτσι παίρνω τα καλά μου ποδαράκια και οδεύω προς εκεί.  Η μεγάλη για πεζούς οδός Knyaz Alexander είναι απλά υπέροχη, αναγεννησιακά κτίρια, εκεί βρίσκεται και το Ρωμαϊκό Στάδιο. Το στάδιο είναι στο υπόγειο του δρόμου και είναι ανοικτό από πάνω για να το βλέπεις, σπουδαίο αυτό, φανταστική σκέψη. Πάντως ένα μεγάλο μπράβο αξίζει στους Βούλγαρους γιατί αξιοποίησαν την οδό, τα αρχαία τους και γενικά αυτό το κομμάτι της πόλης. Μια επίσκεψη εδώ είναι αναγκαία σε όποιον έρθει στην πόλη. Περπάτησα χιλιόμετρα, περιεργάστηκα την πόλη αλλά το ξέρω ότι άφησα πολλά πίσω αλλά σ΄ένα απόγευμα πόσα να δεις... μην ξεχνάτε ότι ποδαρόδρομο έκανα για χλμ ολάκερα, μέχρι τον Έβρο (Maritsa) ποταμό πήγα να δω που περνά την πόλη. Το κομμάτι αυτό της πόλης είναι γεμάτο μαγαζιά, καφέ, εστιατόρια, γκαλερί και όλα είναι πολύ καθαρά.

 

Η πόλη ήταν αρχικά Θρακική αποικία και θεωρείται μια από τις αρχαιότερες πόλης του κόσμου. Πιστεύετε ότι πήρε το όνομα της από τον Μακεδόνα βασιλειά Φίλιππο και στα χρονικά της στην Δύση ήταν γνωστή με το όνομα Φιλιππούπολης. Οι αρχαίοι Έλληνες έδωσαν πολύ άσχημα λόγια για την πόλη λόγω του Φίλιππου, πολιτικά παιγνίδια έκτοτε. Η πόλη κατέχει πάνω από 200 αρχαιολογικούς χώρους. Μέχρι το 1885 υπήρχε και έντονη Ελληνική παρουσία μέχρι που η πόλη δόθηκε στους Βούλγαρους. Σχολεία, εφημερίδα και άλλα ιδρύματα Ελληνικά υπήρχαν στην πόλη μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα.

20181022_094728.jpg
20181022_120853.jpg
20181022_123752.jpg
20181022_152648.jpg
20181022_155059.jpg
20181022_153805.jpg
20181022_154314.jpg
20181023_100127.jpg
20181023_190155.jpg
20181023_103321.jpg
20181023_103313.jpg
20181023_160058.jpg